Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Αύγουστος, ο Μήνας της Παναγιάς

Αναδημοσίευση
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ένα λεπτομερές ιστορικό στο
  ΣΑΝΤΟΡΙΝΙΟ


Ανδρέας Καραντώνης

Αύγουστος, ο Μήνας της Παναγιάς

Ελληνική Δημιουργία, τ. 61, 1950

Υπνωτισμένος από το φως, βλέποντας όπου κι αν ρίξω τη ματιά μου, εκκλησούλες, σταυροθόλια, τρούλλους άσπρους και γαλαζοβαμμένους, ανάλαφρα καμπαναριά σαν πύλες από ασβέστη χαραγμένες στον εκτυφλωτικό ουρανό, τριγυρισμένος από παληές εικόνες θαμπές και ραγισμένες, όπου το πρόσωπο της Θεοτόκου μόλις αχνοφαίνεται, ακούοντας τις μαυροφορεμένες γρηούλες να μιλάνε για τη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου, συλλογίζομαι τους βαθύτατους δεσμούς που δένουν το λαό μας με τη μητέρα του Χριστού. Τη νύχτα, απέναντι στην Τήνο, δέκα μίλλια απόσταση, λάμπει φωταγωγημένος ο μεγάλος Ναός της Θεοτόκου, που χιλιάδες θάρθουν να τον προσκυνήσουν κι’ εφέτος.

Μπροστά στο φαινόμενο της πίστης και στη δύναμη που δημιουργεί η πίστη, ο ανθρώπινος νους χάνει κάθε υπόσταση. Λιποθυμά. Μα η πίστη προς την Παναγιά και η λατρεία που της δείχνει ο λαός μας, έχει κάτι το ανείπωτο, το γλυκύτατα ανθρώπινο. Ο χριστιανικός ουρανός, είναι κατοικημένος από αναρίθμητες μορφές αγίων, οσίων και μαρτύρων που .αντανακλάν εκεί ψηλά τον θρησκευτικό θρίαμβο της επίγειας ανθρώπινης αρετής. Στα χρόνια τα βυζαντινά η χριστιανική φαντασία, τους παράστησε στις εικόνες και στους τοίχους των ναών, σα να είχε μπροστά της, μικρογραφημένο, τον χριστιανικό ουρανό. Ζωντάνεψε θαυματουργά τα εσωτερικά των ναών με το πλήθος των αγίων και των οσίων, και, παρά τη μεταφυσική πνευματικότητα του ύφους τους, τους άφησε να φαίνουνται με την απλή ανθρώπινη παράσταση και μορφή τους. Έτσι τους κράτησε πολύ κοντά μας. Άπειροι δεσμοί, ψυχικοί, συναισθηματικοί, λατρευτικοί, δεσμοί πρόληψης, προτίμησης κι’ αγάπης, δένουν τον κάθε χριστιανό με καθέναν από τους σεπτούς κατοίκους του χριστιανικού ουρανού. Κάθε ένας από μας, έχει τον προτιμημένο του άγιο, τον όσιό του, το μάρτυρά του. Γι’ αυτό, και χιλιάδες, ποικιλλώνυμα ερημοκκλήσια στολίζουν τα βράχια, τους λόφους, τις ρεματιές, τις πλαγιές, τ’ ακρογιάλια της Ελλάδας.
Όμως, πέρα κι’ απάνω από τους ατομικούς αυτούς δεσμούς, υπάρχει η κοινή λατρεία όλων προς την Παναγιά που προστατεύει ακόμη και τους κολασμένους, και που το μητρικό της χαμόγελο ή δάκρυ, συγκλονίζει παράξενα και βυθίζει σε κατάνυξη τις καρδιές μας. Η ψυχική αυτή παράδοση, ξεκινά μαζύ με τον Χριστιανισμό. Και φουντώνει στα βυζαντινά χρόνια, όπου η Παναγιά γίνεται κάτι σαν αρχαία Θεά, προστάτισσα μοναδική της απέραντης Αυτοκρατορίας, της πανίσχυρης βυζαντινής βασιλείας. Πόλη της, έδρα της, κατοικία της, είναι η Κωνσταντινούπολη. Έτσι η Παναγιά, βρίσκεται στα στόματα όλων, κάθε στιγμή, από τον Αυτοκράτορα και το Δεσπότη, ως τον πιο ταπεινό υπήκοο της Αυτοκρατορίας. Χιλιάδες ποιητές την υμνούν. Χιλιάδες ζωγράφοι την παρασταίνουν κατά μύριους τρόπους, και στέλνουν τις εικόνες της στα μοναστήρια, στα κελιά, στις λαύρες, στις σκήτες, στις μικρές και τις μεγάλες εκκλησιές. Η Παναγιά είναι μια διαρκής παρουσία του «Θείου», σε κάθε σπίτι, σε κάθε ψυχή. Είναι μια ζέστη, μια καλωσύνη, μια επιείκεια, μια φρόνηση, μια συμβουλή, μια σκέπη, μια στοργή, μια υπόσχεση. Ημερώνει, εξαγνίζει, θεραπεύει, καταλαγιάζει τα πάθη, γεννάει τη διάθεση της αγνής λατρείας, ενθουσιάζει, προσφέρει τη σωτηρία και την ελπίδα. Αυτή είναι η Παναγιά των Βυζαντινών κι’ αυτή την Παναγιά αισθανόμαστε και μεις σήμερα. Χίλια πρόσωπα, χίλιες όψεις έχει η Παναγιά. Άπειροι μύθοι είναι πλεγμένοι με τη θεία της φύση και τα θαύματά της. Και τούτο, γιατί η Παναγιά, είναι το βασικό θρησκευτικό στοιχείο της καθημερινής μας ζωής, είναι το στήριγμα της ψυχής του ελληνικού λαού.



Από τη "Φλογέρα του Βασιλιά" του Κωστή Παλαμά

«Μοναχική, ξαρμάτωτη κι απάνω εδώ αραγμένη
μακριάθε, ανέγγιχτη, άχαρη και σαν πνιγμένη μέσα
σ’ ένα φακιόλι κόκκινο, σ’ ένα μαντό γεράνιο
χωρίς κοντάρι και σκουτάρι, ουδέ γοργόνειο σκιάχτρο
μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά, το χέρι στην καρδιά της,
μια σιταράτη, μια γλυκειά, μια ταπεινή σα χήρα
σαν κουρασμένη, σα φτωχιά, σαν έρμη, σαν κλαϋμένη,
μηδέ κοντή, μηδέ ψηλή, μα σα να βρίσκεται όλο
σε ψήλωμα που ξετυλιέται, αγάλια, αγάλια, θάμα.
Μόνο άπλωνε τα χέρια της κι όσοι μπροστά της πέφταν
και κάτω από το χέρι της γονατιστοί λυγίζαν,
μόνο η ματιά της κοίταζε κάτω απ’ τη ματιά της
μάρμαρα ανθρώπων και θεοί ραγίζανε και λιώναν...»