Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

23 χρόνια από το θάνατο του Ρίτσου


«Το τραγούδι του Ρίτσου δεν καταντάει ποτέ μονόλογος. Ζει και υπάρχει πότε σαν εγερτήριο σάλπισμα και πότε σαν λυπητερό παράπονο, πάντα όμως σαν τραγούδι ανθρώπινο, που ο τρίτος, ο διπλανός, αποτελεί προϋπόθεση της ολοκλήρωσής του».
 
Σαν σήμερα 11 Νοεμβρίου του 1990 έφυγε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές: Ο Γιάννης Ρίτσος
Ο Γιάννης Ρίτσος στρατευμένος στο όραμα ενός άλλου κόσμου κάνει την ιστορία ποίηση και τον ανθρώπινο πόνο μαχόμενο τραγούδι της ζωής.


Ένα συνοπτικό αφιέρωμα για το Ρίτσο υπάρχει ΕΔΩ:
http://www.alfavita.gr/

Αναδημοσιεύουμε ένα παλιό μας κείμενο:
Ρίτσος: το τραγούδι της μαχόμενης ζωής.

«Η μεταπολεμική μας λογοτεχνία» του Βάσω Βαρίκα, θεωρείται η πρώτη πιο σημαντική απόπειρα μελέτης της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Είναι μια τομή σε όλα τα επίπεδα της νεοελληνικής κοινωνίας.

Ο Βαρίκας
με συστηματικό τρόπο αναλύει τη νεοελληνική λογοτεχνία σε συνάρτηση με τα ιστορικά και κοινωνικά φαινόμενα της εποχής του μεσοπολέμου και αναδεικνύει τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά των λογοτεχνών που εμφανίστηκαν κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθώς και τις επιδράσεις που δέχτηκαν από τους προγενέστερους ποιητές.

Γράφει χαρακτηριστικά:


«Και τα δύο ρεύματα έχουν τις ρίζες τους στην παράδοση. Το ρεύμα που εκφράζει και συνειδητοποιεί την παρακμή, ξεκινώντας από τον Καβάφη, περνάει στον Καρυωτάκη για να καταλήξει στους Σεφέρη και Οικονόμου… Το άλλο, που το Παλαμικό οικοδόμημα στέκεται φωτεινός οδηγός του, και αγωνίζεται να δώσει μιαν ενότητα στη σύγχρονη ζωή, ν’ ανακαλύψει μια καθολικότερη αντίληψη που θα του επιτρέψει να εισδύσει στο νόημα της, να δημιουργήσει στήριγμα ζωής, περνάει από τον Σικελιανό, τον Καζαντζάκη και εκπροσωπείται σήμερα εξ ολοκλήρου από τον Ρίτσο».

Ας δούμε τι λέει ο Βαρίκας για το Ρίτσο, σημειώνοντας ότι το έργο είναι γραμμένο το 1939, συνεπώς η «εικόνα» του Ρίτσου δεν είναι ολοκληρωμένη:

«Από τους νεώτερους μονάχα ο Ρίτσος φαίνεται να στρέφεται συνειδητά προς την παραπάνω κατεύθυνση (στη μεταπολεμική κοσμογονία). Σε όλο του το έργο γίνεται φανερή η προσπάθεια ν’ ανακαλύψει, μέσα από το χάος που τον περιτριγυρίζει, καινούργιο τραγούδι στη χαρά, τη ζωή και τον έρωτα.

Όσο και αν στη βαθύτερη ουσία της προσωπικότητάς του παραμένει μια φύση αδύναμη και μελαγχολική (είναι γνήσιο παιδί της γενιάς του), από αντίδραση ίσως αρχικά, από συνείδηση υστερότερα, προσπάθησε να ξεπεράσει αυτή την κατάσταση και τα αποτελέσματα της προσπάθειάς του σ’ αυτόν τον τομέα δεν είναι ευκαταφρόνητα. Τον βοήθησε εξαιρετικά η ύπαρξη μιας γνήσιας καλλιτεχνικής διαίσθησης, που συνδυάστηκε με βαθιά φιλοσοφική μόρφωση. Από το έργο του βέβαια δεν ξεπηδά το όραμα του αυριανού κόσμου με την απαιτούμενη διαφάνεια και ευρύτητα. Ο ορθολογισμός τού είναι πολύ οικείος για να του επιτρέψει να αφεθεί ελεύθερος στον οραματισμό του, να δώσει στη φαντασία του τη δυνατότητα να τον οδηγήσει όπου αυτή θέλει. Είναι όμως ο μόνος που υψώνει στην κορυφή της ιεραρχίας των ιδανικών την αξία της ζωής (η υπογράμμιση δική μου).

Μπροστά στη ζωή ο Ρίτσος δεν παραμένει απλός θεατής. Και στον τελευταίο του στίχο μπορείς να διακρίνεις τον μαχόμενο άνθρωπο. Συμμετέχοντας ουσιαστικά στο δράμα της εποχής του, καταβάλλει απεγνωσμένες προσπάθειες για να απολυτρωθεί απ’ αυτό, χωρίς ωστόσο να βλέπει τη λύτρωση σαν υπόθεση ατομική. Το τραγούδι του Ρίτσου δεν καταντάει ποτέ μονόλογος. Ζει και υπάρχει πότε σαν εγερτήριο σάλπισμα και πότε σαν λυπητερό παράπονο, πάντα όμως σαν τραγούδι ανθρώπινο, που ο τρίτος, ο διπλανός, αποτελεί προϋπόθεση της ολοκλήρωσής του.

Ο χώρος που κινείται ο Ρίτσος δεν είναι καθορισμένος από τα πριν, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλους τους νέους μας ποιητές. Η ματιά του προσπαθεί να αγκαλιάσει όσο του δίνεται πιο εκτεταμένο πεδίο. Θα μπορούσε ίσως να παρατηρήσει κανένας ότι στη σύνδεση των κατά μέρος στοιχείων που αγωνίζεται να συνθέσει, παρατηρείται μια χαλαρότητα που δεν του επιτρέπει να πάρουν μορφή μιας οργανικά συνδεδεμένης ενότητας. Τα ξεχωριστά τμήματα υπογραμμίζουν τον αντιφατικό τους χαρακτήρα, που τους δίνει αυτοτελή όψη μέσα στο σύνολο, εμφανίζοντας την κεντρική ιδέα ανίκανη να τα συνδιαλλάξει. Αυτό όμως θα πρέπει ίσως να αποδοθεί στο μεταβατικό χαρακτήρα της τέχνης του Ρίτσου, στο γεγονός ότι στον τομέα που διάλεξε μονάχα το ρόλο του προδρόμου τού καθορίζουν οι αντικειμενικές συνθήκες».


Και κλείνει ο Βαρίκας:

«Παρ’ όλα τα επεισοδιακά της μειονεκτήματα, η ποίηση του Ρίτσου διαθέτει τούτο το ιδιαίτερο, που της δίνει άλλωστε την ξεχωριστή θέση που κατέχει μέσα στην ποίηση των νέων: αποτελεί τη μόνη αισιόδοξη φωνή μέσα στην κλαψιάρικη συμφωνία της σύγχρονης ποίησης, τη μοναδική προσπάθεια να αντικρίσει τη ζωή σαν αδιάσπαστη ενότητα, που αρχίζει από το χτες, υψώνεται στο σήμερα, για να επεκταθεί στο αύριο, που συνεχίζει την παράδοση της μεγάλης ποίησης μέσα σε μια εποχή που έχει κατεβάσει στο ελάχιστο της αξιώσεις της από την ποίηση, κι αυτό ακριβώς είναι εκείνο που καθορίζει τη δικαίωσή της. Παλεύει μόνος του σ’ αυτό τον τομέα. Κι είναι γνωστό πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος ηρωισμός από τον ηρωισμό του μεμονωμένου ατόμου.»