Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Κώστας Βάρναλης: Τραγικά επίκαιρος


Ο Κώστας Βάρναλης με τη γυναίκα του,
την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη
 

«Απ’ τα τσακάλια δε γλιτώνεις μ’ εφκές και παρακάλια…
Κι αν είναι ο λάκκος σου βαθύς,
χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς.»

Σαν σήμερα, 16 Δεκεμβρίου του 1974, έφυγε ο μεγάλος, Επαναστάτης ποιητής, Κώστας Βάρναλης.
Το έργο του Κώστα Βάρναλη είναι διαχρονικό, σύγχρονο και τραγικά επίκαιρο:
«Τόσο μοιάζουν το χθες με το σήμερα που μου φαίνεται πως τώρα δα έχω γεννηθεί και βλέπω το σήμερα».


Ο Βάρναλης δεν έπαψε ούτε στιγμή να αποκαλύπτει την ανήθικη και απάνθρωπη ουσία της καπιταλιστικής κοινωνίας, με καταπληκτική διαύγεια: Οξυδέρκεια, απλότητα, επινοητικότητα, σαρκασμό και χλεύη

Μανόλης Λαμπρίδης: «Σε όλο του το έργο συναντάμε επιγραμματικές διατυπώσεις, εναργείς εικόνες, σε άπειρες παραλλαγές, για το βούρκο του «Ελεύθερου Κόσμου», τον εγωισμό, το συμφέρον, την ευτέλεια, τη χαμέρπεια, την αναισχυντία, τη γύμνια από κάθε αξία».

Είμαστε περ’ απ’ το καλό και το κακό
περ’ από φόβο και ντροπή και λογικό

σκοτωνόσαστ’ εσείς να ζήσω εγώ
και πάντα εγώ νικάω γιατί νογώ

Τα πάντα πράξε και τα πάντα πούλα
σαν έχεις του εθνικόφρονα τη βούλα…

Τα πάντα πράξε και τα πάντα φτύσε
μονάχα, μαύρε, κόκκινος μην είσαι


Ο σατιρικός οίστρος του Βάρναλη (πραγματική σάτιρα) είναι εκπληκτικός και αποκαλυπτικός. Παρουσιάζει του «νέου τύπου υπερανθρώπους», τους δικτάτορες, σαν «γουρούνια εκ γενετής»:
«Δικτάτορας! Ολ’ η κοπριά του αιώνα
Κοιλοπονούσε για να τον ξεράσει».


Η απόλυτη συνείδηση των κυρίαρχων:
«Κανένας δεν θα στοχάζεται, δε θα μιλάει και δε θα βούλεται. Εγώ μονάχα θα στοχάζομαι, θα μιλώ και θα θέλω».

Αυτό το φασισμό του 4ου Ράιχ και των δωσίλογων ανδρεικέλων του δεν ζούμε σήμερα;
 

 
Τόσο επίκαιρος σήμερα που τσακίζουν τα λαϊκά δικαιώματα, εξαθλιώνουν τη ζωή των εργαζομένων μα ταυτόχρονα ζητούν από το λαό υπομονή και θυσίες για τη «σωτηρία της πατρίδας» δήθεν. Ποιας πατρίδας όμως; Του λαού που παράγει τον πλούτο αλλά δυστυχεί και υποφέρει, ή μιας χούφτας παράσιτων που τον κλέβουν;

Αποκαλυπτικό το παρακάτω από την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη»:

«… Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτύνανε αρκετά, αποφασίσανε να τακτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατεία τους είπανε: “Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας (…) Είσαστε λεύτεροι! (…) Ο κυρίαρχος λαός θα ‘σαστε εσείς! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λευτεριά σας. Σεις θα δουλεύετε (…) Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας (…)
Κ’ εσείς κ’ εμεις θα ‘χουμε πάνω από τα κεφάλια μας τους ίδιους Θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλεύετε και να μην τρώτε κ’ εμας να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα ‘χουμε πάνω απ’ τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλευτάδες και θα τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαυτό σας (…) Κι επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συμφέρον σας και να φυλάξετε τον εαυτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράγμα μοναχά σας απαγορεύουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κ’ εμάς”.
Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λεύτερα και λεύτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κ’ οι σωτήρες του ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτω απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι (…) Κ’ η ευτυχία τους αυτή ήτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δε μπορούσε πια μήτε να σκεφτεί χωρίς “σωτήρες”.
Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι (…) Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Πού να το βρω! (…) Μοναχά σας λέω: “Αλίμονο στον αυτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών”».


Το «συνταρακτικό μοτίβο» που διαπερνάει το έργο του Βάρναλη είναι το «ξύπνημα» της ταξικής συνείδησης (το «ξύπνημα» του λαού): «Το κεφάλι του λαού. Να το πρόβλημα!».

Ένα τέτοιο «ξυπνητήρι» ήθελε ο Βάρναλης να είναι και το έργο του…

Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα από την εξαίρετη ανάλυση του Μανόλη Λαμπρίδη: «Η ταξική συνείδηση στο έργο του Κ. Βάρναλη»:

«Η συνείδηση του λαού, του μεγάλου πλήθους που ζει μέσα στη φτώχεια, μα και μέσα στην πρόληψη, τη συνήθεια, το σκοταδισμό, την αντιδραστικότητα. Η συνείδηση του άθλιου και εξαθλιωμένου πλήθους – αυτό είναι ένας από τους κύριους καημούς, η μεγάλη έγνοια που διατρέχει το έργο του Κ. Βάρναλη.
Η αντινομία της προχωρημένης συνείδησης ανθρώπων άξιων (που δεν είναι ούτε πεινασμένοι ούτε κουρελήδες) και της καθυστερημένης και “αλλοτριωμένης” συνείδησης ενός “λαού” (που η αστική κοινωνία τον απομυζά και δεν του παρέχει τίποτα) είναι από τα κεντρικά ηθικά προβλήματα.
Η έντονη παρουσία αυτού του ηθικού προβλήματος που, συνταρακτικό μοτίβο, διαπερνάει το έργο του Ποιητή, το κάνει σύγχρονο και επίκαιρο…»


«Ο Βάρναλης σ’ όλη του την πνευματική και ηθική πορεία κατατρύχεται από την αντινομία που υπάρχει ανάμεσα στην ιδέα να βάλουμε στο μυαλό του κόσμου μια επαναστατική συνείδηση φτιαγμένη από τη διανόηση, τη φιλοσοφία, την ποίηση, -- και στην ιδέα ότι το ξεσκλάβωμα του κόσμου δεν μπορεί να είναι παρά το προϊόν της αυτόνομης και αυτοδύναμης δραστηριότητας των εργαζομένων».

ΤΟΣΟ ΤΡΑΓΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ