Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Ηλίας Σιαμέλας
Γράφτηκε πριν από τέσσερα χρόνια: Ο ζόφος του σήμερα…
 
6 Δεκεμβρίου 2009 (Νύχτα σκιερή και βαριοπάτητη).
Η μοναξιά μου είναι λεπτομέρεια; Τα πουλιά που χτες με επισκέφτηκαν έφυγαν; Τι θα βγει στο κατώφλι της καρδιάς μου; Τι θα ξημερώσει;

Όταν η σιωπή θα τυλιχτεί στον άνεμο κι ο πόνος θα μαζεύει τα σκόρπια κατάρτια του, άραγε στα σύννεφα ψηλά θ’ αλληθωρίζει το φεγγάρι; Θα βγαίνουν πουλιά προσχήματα, νυχτόλαγνα, με μύτες που ουρλιάζουν; Ισχνό μήνυμα καταφρόνιας, μια μαυρίλα θύμισες σκαμπανεβάζουν το σκαρί, μια νύχτα γεμάτη κατάγματα έχει πάλε μπροστά μου εμφανιστεί…

6 Δεκεμβρίου 2009 (Πρωί, αχάραγα).

Καμπάνα είδα στον ύπνο μου, χτυπούσε σα ρολόι. Κρεμασμένη ήτανε ψηλά από μια κλάρα στο ήδη ξεραμένο πεύκο της αυλής μου. Κι απ’ το βάρος της καμπάνας άκουσα ένα τρίξιμο λες κι έσπαζε το κλώνι. Ω, μπόρα από φαντάσματα, εκτός από τον άνθρωπο, ποιο άλλο ζώο θα ουρλιάξει;

7 Δεκεμβρίου 2009.
Δε βλέπεις; Δε βλέπεις; Όρθια τα σύννεφα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Φυλακή ο ουρανός μας. Χούφτες, χούφτες κακότητας μας αγκαλιάζουν. Φως δεν υπάρχει πια. Τίμια φωνή δεν ακούγεται. Μόνο μαύρα δάκρυα κυλάνε στα μάγουλα της αόματης μέρας μας. Που να χωρέσει η θλίψη σ’ αυτό το λειψό πρόσωπο; Που να χωρέσει η κραυγή μας. Πώς να περιγράψουμε τη βαρβαροντυμένη ψυχή μας; Μίγμα σκοτεινό οι λέξεις και η γλώσσα. Εκδορές όπως σε κάθε τοπίο. Ανήμπορες οι ρίζες μας. Μολέψανε οι μέρες και οι κραυγές μας.

10 Δεκεμβρίου 2009
Οι μέρες, τα χρόνια και η κακή μας η ώρα. Όλα ηττημένα. Όλα καμωμένα απ’ ασχήμια, χολή και κατάρα. Μα και η αυτή η χτεσινή περισυλλογή μας μαράζωσε και πάει. Το πνεύμα σφιχτομανταλώθηκε σε συφεροντολόγα δουλοχάρτια. Ούτε μια τίμια βροντή δεν ακούγεται στην ερημιά του λόγου. Η αναπαραγωγή της αμερικανο-φράγκικης λογικής σα μια επίδειξη καρκινοβασίας. Ακούω το ξετσίπωτο ραδιόφωνο κι ανατριχιάζω. Οι πίθηκοι καμώνονται πως ζουν. Ολάκερη η χώρα ένας εφιάλτης αγρίων.

12 Δεκεμβρίου 2009
Η κραυγή μια κατάρα. Η πολιτική άλλη μία. Μοιρασμένες οι μέρες σ’ ερμάρια ποικιλώνυμου ψεύδους. Ανοίγει τα φτερά του ο ήλιος και τα βρωμίζει ο πίθηκος. Να, κάτι σα σφάλμα, που η μοίρα της Ελλάδας με λάσπη και κοπριά τ’ ακροκένταγε. Ας ήταν μια λέξη να μαντέψω, να χωρέσει ο πόνος. Μια αρχή που θα κάνω, σα να βλέπω ποδόφθαλμα. Κι ο κόρακας δίπλα θε να σέρνει το χορό των αχρείων. Ναν’ λαμόγια αχόρταγα με φωνή μισθωμένη.

13 Δεκεμβρίου 2009
Έτσι ξεκινάμε τη μέρα, ανήμποροι και αστείοι. Οι χτεσινές κατακτήσεις μας, μια εφήμερη πλάνη. Όλα αιμορραγούν και κλαίνε. Όλα υποκύπτουν. Πάνω απ’ όλα κι από όλους μας, οι παγκοσμιοποιημένοι αρπαχτονύχες. «Για να βγουν από τη νάρκη τους οι ρωμιοί, πρέπει να σκοτωθώ εγώ.» Αυτά έλεγε ο Παύλος Μελάς στον Κοζανίτη γιατρό Ρεπανά. Ποιος σήμερα είναι «άξιος», για την Ελλάδα να δώσει τη ζωή του; Υπάρχει κανείς; Κι αν έστω βρεθεί κάποιος, ποιος θα συγκινηθεί ή πόσοι θα ξυπνήσουν; Δύσκολοι καιροί, ανερμάτιστοι άνθρωποι.

15 Δεκεμβρίου 2009
Βροχές, αστραπές και χαλάζι σήμερα. Κατά τ’ άλλα καμιά ντουφεκιά, κανένα κοντάρι. Όλοι συμπεριφερόμαστε σα σαύρες ρεμβάζουσες. Οι μύγες πλήθυναν γύρω μας κι εμείς πέρα βρέχει. Κοίτα τον ουρανό! Κοίταξέ τον! Ένα μαύρο σύννεφο σαν το ναυαγισμένο χέρι της πραγματικότητας. Υπάρχει η τέχνη στον ουρανό, σαν σχήμα απελπισίας;

16 Δεκεμβρίου 2009
Ημέρα χαλαρή σαν την καρδιά μου. Ένα παιχνίδι είν’ η ζωή, τίποτα παραπάνω. Σερνόμαστε στη γη μ’ αυτά τα σκοτεινά κρανία μας και ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια. Όμως που θα την βρούμε; Ποιος την κατέχει; Μα, ένα στίχο ας γράψω ακόμη ζωή μου, ένα επιπλέον παράπονο, κάτι σαν ένα χλωμό Χάι κου:
Ο άνθρωπος που άδειασε
ένα πρόσωπο σκοτεινό
στο αίμα μου.

17 Δεκεμβρίου 2009
Ομίχλη, βροχή και σύννεφα βαριά. Αχ, αλλοίμονο, αλλοίμονο, πόσο ακόμη η ψυχή μου το μαύρο θα αντέξει;

19 Δεκεμβρίου 2009
Πότε θα ψαρέψω ζεστά καλοκαίρια στου ήλιου την ακροθάλασσα; Πότε θα γευτώ το φως της ξάστερης μέρας; Σταυρώνουν οι λέξεις. Το όνειρο μουντό σαν αρρώστια. Ότι είναι να γίνει, θα γίνει. Η άδεια απόκριση ώσμε το θάνατο.

20 Δεκεμβρίου 2009
Μας πληγώνουν οι μέρες. Ξεθωριάζει η ελπίδα. Έρμα κορμιά τα καράβια μας. Κλειστή πίκρα και δέος ο υπόλοιπος χρόνος μας. Ευτυχώς που υπάρχουν χαρές στα χρυσά φεγγάρια του στίχου. Εκεί θ’ αναστηθούμε! Εκεί ας σύρουμε χορό!
«Ολολύξατε νυν επί μολπαίς»!

25 Δεκεμβρίου 2009
Χριστούγεννα! Τι έμεινε; Σάπιοι οι ορίζοντες. Ληστεμένες οι ψυχές μας. Μαύρα σύννεφα στον ουρανό που μοιάζουν με ζητιάνους. Τι ζητάνε οι επικυρίαρχοι; Τι παραμονεύουν ν’ αρπάξουν οι πολιτικοί μας;
«Λοιπόν; Λίγο κουράγιο ακόμα.
Όποιος βρεθεί με άλογο
του μένει να τραβήξει για την ήττα
καβαλάρης»! *


26 Δεκεμβρίου 2009

Προς τα πού πηγαίνουμε άραγε; Στο πουθενά; Στην κολασμένη χοάνη του συστήματος; Στη θανατηφόρα θηλιά του; Που επενδύουμε; Που ποντάρουμε; Στους φτηνοφτιαγμένους πολιτικούς μας; Στη σταυρωμένη τσέπη μας; Στο πεντάρφανο μυαλό μας;
Αχ, κι ένας ήλιος λεβέντης σήμερα, μας πήρε απ’ το χέρι και μας σήκωσε ψηλά.
Να δούμε τ’ απίστευτα χάλια μας. Την αποβλακωμένη ράτσα μας. Το υπερθέαμα της αγχόνης μας. Το υπερπόντιο ξευτιλίκι μας.


* (Άρης Αλεξάνδρου)
Παρώρεια Τρικολώνων Αρκαδίας, 27 Δεκ. 09.