Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ


 
Του Γιάννη Παπαμιχαήλ

 Πέραν από τους γνωστούς παραμυθάδες της μετανεωτερικότητας, τους μονίμους ξενόφιλους που παριστάνουν τους φιλόξενους και τους ανθρωπιστές, τους παγκοσμιόφρονες κατά δήλωση αντιρατσιστές, τους πιστούς του δικαιωματισμού, τους δημοσιογραφούντες προοδευτικούς με την μελιστάλαχτη φωνή και το βλαχοκοσμοπολίτικο lifestyle, τις ανεκδιήγητες ακαδημαϊκές ελίτ με τις δήθεν δημοκρατικές απόψεις που συνοψίζονται στην απόλυτη προσαρμογή στα πολιτικά και ηθικά κελεύσματα του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, η πιάτσα των προπαγανδιστών της πολιτισμικής και οικονομικής παγκοσμιοποίησης διαθέτει στα ΜΜΕ της και αρκετούς «χιουμορίστες».
Ρόλος και ευθύνη αυτών των τελευταίων

είναι η σαρκαστική αποδόμηση μέσω της γελοιοποίησης κάθε φωνής που επιχειρεί να καταγγείλει τα ιδεολογήματα των «ανοικτών συνόρων» και κατά προέκταση τον οργανωμένο εποικισμό ενός μεγάλου τμήματος της δυτικής Ευρώπης από στίφη λίγο ή πολύ εξαθλιωμένων λαθρομεταναστών, πολιτικώς και πρακτικώς καθοδηγούμενων και μετακινούμενων μέσω διαφόρων ΜΚΟ και άλλων συμμοριών επιδοτούμενων σύγχρονων δουλεμπόρων.

Οι λαθρομετανάστες αυτοί, που η κυρίαρχη πολιτική ορθότητα βάφτισε με το «έτσι θέλω» συλλήβδην «πρόσφυγες» έτσι ώστε να παρακαμφθούν οι όποιες κοινωνικές ή νομικές ενστάσεις, εμφανίζονται ως κάτοχοι κάποιων μεταπολιτικών, μη ιστορικώς κεκτημένων ατομικών, ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Η μέθοδος αυτών των εκπροσώπων των σύγχρονων μορφών χιούμορ είναι πάντα η ίδια: η αποσπασματική παράθεση κάποιων όντως ακροδεξιών προς γελιοποίηση απόψεων για την κατασκευή μιας αληθοφανούς καρικατούρας που στοχεύει πλέον τις αξίες και τα πιστεύω του εθνικώς ταυτοποιημένου πολίτη, δηλαδή κάθε δημοκράτη που αισθάνεται πατριώτης, οι ευαισθησίες του οποίου είναι για τον καθεστωτικό χιουμορίστα «για γέλια»…

Ως γνωστό,
οι άνθρωποι αυτοί υφίστανται τις όντως απαράδεκτες συνθήκες «φιλοξενίας», ιδίως σε μισοδιαλυμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, που κατάντησε πλέον ένα μεγάλο hot spot. Αντιμετωπίζονται συχνά με δυσανεξία και καχυποψία από τους λαούς που ιστορικώς κατοικούν σε αυτές τις χώρες. Ο σαρκασμός λοιπόν σε βάρος του παραπάνω «λαϊκισμού» και η γελοιοποίηση των συντηρητικών αντανακλαστικών που με δεξιές ή αδέξιες ρητορικές «μίσους» διαμαρτύρονται γι’ αυτήν την παράλογη πολιτική, πολιτισμική και κοινωνική κατάσταση που δημιουργείται μέσω του λεγόμενου προσφυγικού, έχει ως κύριο στόχο την στυγνή λογοκρισία των κοινωνικών και πολιτικών αντιστάσεων.

Οι σύγχρονες μορφές πολιτικού γέλιου και τα συνήθη αντικείμενα χλευασμού που επιλέγονται και που καλλιεργούνται στο πλήθος των λαϊφσταϊλάτων παγκοσμιοφρόνων δήθεν προοδευτικών, επιχειρούν να φιμώσουν την αλήθεια, να την γελοιοποιήσουν τόσο όσο χρειάζεται, ώστε να μην ακούγεται πια πουθενά.

Αυτό το δουλικά κυνικό γέλιο του παγκοσμιόφρονα χιουμορίστα προπαγανδιστή αντλεί την ισχύ της ειρωνείας του από τις πηγές και τα πάθη που άλλοτε έκαναν έκκληση στη θλίψη, στο σεβασμό, στη συμπάθεια, στην κοινή λογική ή ακόμα στην οργή των λαϊκών καθημερινών ανθρώπων.

Έτσι, λόγου χάρη λοιδωρήθηκαν από τους ελιτοποιημένους ανιαρούς αφηγητές της μετανεωτερικότητας ως «βλάχικες» και απαρχαιωμένες όλες οι ιστορικές μνήμες και οι περισσότερες παραδόσεις μεταξύ των οποίων η δημοτική μουσική, τα ηρωικά αφηγήματα που σχετίζονται με τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, οι λαϊκοί καημοί για τις χαμένες πατρίδες της Ανατολής, η μαζικότητα των αντιστάσεων κατά το διάστημα της γερμανικής κατοχής, οι αντιστάσεις γύρω από την παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας…

Έτσι η Ελλάδα, δηλαδή μία από τις πιο ειρηνικές και φιλόξενες κοινωνίες του δυτικού κόσμου, εκεί που άλλωστε κάποτε εφευρέθηκε και ο «Ξένιος Δίας», στιγματίστηκε με το «έτσι θέλω» ως ξενόφοβη, θρησκόληπτη και ρατσιστική, γεμάτη εθνικιστικές προκαταλήψεις και «βάρβαρα έθιμα». Παράλληλα, εξαφανίστηκαν πλέον τα συνήθως αφελή «εθνικιστικά» ανέκδοτα με τους Έλληνες, τους Ιταλούς, τους Γερμανούς, τους Αμερικάνους, τους Τούρκους κλπ. που πέφτουν θύματα της «έμφυτης πονηριάς» των Ελλήνων.

Αν λοιπόν κάποτε η ειρωνική διάθεση και το γέλιο, έστω και οι καραγκιόζηδες, αμφισβητούσαν πηγαία και αυθόρμητα τον συμβολικό κόσμο, τις ιδεολογίες ή το lifestyle των κύκλων της εκάστοτε εξουσίας, σήμερα τα εξαστισμένα και εξαμερικανισμένα δισέγγονα του θεάτρου των ιδεολογικών σκιών έχουν ταυτιστεί απόλυτα με τις πολιτικά ορθές αξίες του νέου παγκοσμιοποιημένου δεσποτισμού.

Με άλλα λόγια, αν κάποτε το γέλιο πολιτικοποιούσε ή έτεινε στην κοινωνική και πολιτική απελευθέρωση και στην χειραφέτηση των ανθρώπων από το σκοταδισμό, σήμερα τείνει πιο συχνά στην υποταγή των εξατομικευμένων ιδιωτών στις πολιτικές και πολιτισμικές επιλογές των διαφόρων μισθοφόρων σε ρόλο ελίτ, στις ολοκληρωτικές ιδεοληψίες μιας εξατομικευμένης ανθρωπότητας ή μιας παγκόσμιας δήθεν ανοιχτής κοινωνίας αποτελούμενης από περιφερόμενους νομάδες ή κατά φαντασίαν δικαιωματούχους καταναλωτές.

Επί της ουσίας, επιδιώκεται η αναισθητοποίηση των κοινωνικών αντιδράσεων και η εξαφάνιση των στοιχειωδών συλλογικών και πολιτικών αξιών των δημοκρατικών κοινωνιών του δυτικού κόσμου.

Με αυτήν την πλήρη πολιτική μεταστροφή, το πολιτικώς ορθό γέλιο δεν εκπορεύεται πλέον σήμερα από τη λαϊκή του παρακαταθήκη, αλλά από τους υπονόμους του μεταεθνικού πολιτικού καθεστώτος που το οριοθετεί και το νομιμοποιεί στις κοινωνικές συνειδήσεις.