Δευτέρα 27 Ιουνίου 2022

Βιβλιοκριτική: Ψυχοκοινωνιολογικά Θραύσματα της Σύγχρονης Πραγματικότητας

 


Γιάννης Παπαμιχαήλ,

 

 

 


τ. Καθηγητής Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου

 

 

 

Το πόνημα της κ. Σαρηγιαννίδη με τίτλο «Ψυχοκοινωνιολογικά Θραύσματα της Σύγχρονης Πραγματικότητας», εκδόσεις Ινφογνώμων,


αποτελείται από μια σειρά άρθρων, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ποντιακή Γνώμη, με την οποία η κ. Ε.Σ. διατηρεί μια μόνιμη σχέση ως αρθρογράφος. Από επιστημονικής άποψης, θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν η ψυχοπολιτική οπτική γωνία ερμηνείας πολλών σύγχρονων, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών γεγονότων που αντανακλώνται άμεσα ή έμμεσα τόσο στις ανθρώπινες σχέσεις, όσο και στις στάσεις ή στις ατομικές συμπεριφορές (ηθικές, γνωστικές, γλωσσικές, πολιτισμικές), καθώς και στα συναισθήματα άγχους, ανασφάλειας ή δυσφορίας που χαρακτηρίζουν ένα μεγάλο τμήμα των κοινωνικών αιτημάτων ψυχολογικής συνδρομής. Με άλλα λόγια, όπως άλλωστε επισημαίνει εύστοχα στο εισαγωγικό του σημείωμα ο Καθηγητής κ. Β. Καραποστόλης που προλογίζει τα κείμενα της κ. Ε.Σ., η προσέγγιση όλων αυτών των θεμάτων από την κ. Σαρηγιαννίδη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η «ψυχολογική βάση» ενός γόνιμου, αλλά δυστυχώς μάλλον σπάνιου και δυσεύρετου πολυδιάστατου, διεπιστημονικού προβληματισμού πάνω σε επίκαιρα ζητήματα που αναδεικνύονται μέσα από την καθημερινή πολυετή κλινική εμπειρία της συγγραφέως.


 

 

 

Παρά την μεγάλη ποικιλία των υπό διαπραγμάτευση θεμάτων που απασχολούν την συγγραφέα σε αυτό το σχετικά μικρό σε μέγεθος, αλλά μεγάλο σε ενδιαφέρον βιβλίο, θα μπορούσε ίσως κανείς να αναγνωρίσει (ή να προτείνει στα πλαίσια μιας μετα-ανάγνωσης), τρεις κυρίαρχους άξονες επί των οποίων φαίνονται να οργανώνονται με ψυχοπολιτικούς όρους, τα πάσης μορφής αδιέξοδα των σύγχρονων πολιτών, οι δυσφορίες τους, καθώς και τα διάφορα συμβάντα ή κοινωνικά γεγονότα που καταμαρτυρούν μια γνωστή πλέον σε όλους, γενικευμένη κοινωνιοψυχολογική κρίση.

 

 

 

Ο πρώτος από αυτούς τους άξονες είναι προφανώς το αίσθημα της αποξένωσης ως προϊόντος της περιρρέουσας εξατομίκευσης που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερο την απουσία συνεκτικότητας όλων των σύγχρονων, «μετανεωτερικών» όπως συχνά λέμε, δυτικών κοινωνιών. Με ψυχοπολιτικούς όρους το ατομικό βίωμα της μοναξιάς ή της «αδιάφορης δυστυχίας», όπως έγραφε ο Χάντκε, μοιάζει να συνοδεύει τον περιβόητο «θάνατο των συλλογικών υποκειμένων» του παρελθόντος (ταξικών ή εθνικών), καθώς και την αποδόμηση της κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας τους (των κοινών ηθών, εθίμων, παραδόσεων, τρόπων σκέψης – και εν τέλει του ίδιου του εθνικού κράτους). Έτσι, όλο και περισσότεροι δυτικοί άνθρωποι αισθάνονται ξένοι όχι μόνο ως προς τους νομαδικώς μετακινούμενους πληθυσμούς των αλλοδαπών με τους οποίους έρχονται αναγκαστικά σε άμεση επαφή, αλλά με τρόπο σχεδόν οικειόφοβο, νιώθουν απόμακροι από τον πρώην αυτονόητα και ιστορικά «πλησίον τους» (το γείτονα, τον συνάδελφο, τον συμπολίτη, τον συμπατριώτη κλπ.). Κανέναν δεν θα πρέπει να ξαφνιάζει λοιπόν ότι ο ρητός ή άρρητος κοινωνικός απομονωτισμός, ο οποίος μάλιστα κατά τη διαχείριση της πρόσφατης πανδημίας απέκτησε και «ορθολογικό», δηλαδή υγειονομικώς τεκμηριωμένο υπόβαθρο, ωθεί όλο και περισσότερους κοινωνικά, πολιτικά και ψυχολογικά «πτωχευμένους» ανθρώπους, είτε στους ψυχολόγους, είτε ακόμα πιο συχνά, στα φαρμακευτικά σκευάσματα που τους επιτρέπουν, έστω προσωρινά, να ζήσουν και να κοιμηθούν… Ο μαζικός εκ-μεταμοντερνισμός έχει το κόστος του, μας προειδοποιεί με άλλα λόγια η κ. Σαρηγιαννίδη. Και η διαχείριση των νέων συμπτωμάτων ή των συνεπειών τους επίσης.

 

 

 

Ο δεύτερος άξονας, που σε μεγάλο βαθμό απορρέει από τον πρώτο είναι η έμφαση και η αγωνιώδης ανάδειξη της «διαφορετικότητας» ως πολιτικοπολιτισμικού δόγματος και αφηγήματος που οργανώνει μέχρι τα τρίσβαθά τους τις κοινωνικές σχέσεις, τις ταυτοτικές παραστάσεις ή τις εικόνες του ιδεώδους εαυτού σε όλες τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Η «διαφορετικότητα» αυτή συνήθως εκφράζεται ιδεολογικά με τους όρους του νομικού δικαιωματισμού (του «καθενός να προκόψει και να διακριθεί») ή του ισονομικού ιδεώδους «ίσων ευκαιριών αυτοπραγμάτωσης» μιας κοινωνίας στην πραγματικότητα όλο και πιο άνισης κοινωνιοοικονομικά, όλο και πιο διασπασμένης ή αφηρημένα ρευστής και όλο και πιο διεθνοποιημένης οικονομικά και πολιτισμικά. Η εναγώνια αναζήτηση αυτής της φαντασιακά πρωτοτυπούσας «διαφορετικότητας» από την πλειοψηφία των ιδεολογικά ομογενοποιημένων δυτικών πολιτών, έρχεται συνήθως να επιβεβαιώσει τα διάφορα συμπλέγματα που τους βασανίζουν και να εμβαθύνει την συνειδησιακή κατάσταση του άγχους και της αποξένωσης από την οποία απορρέει.

 

 

 

Στο μέτρο μάλιστα που κατά την σημερινή μεταβατική περίοδο, όλο και περισσότερα κοινωνικά στρώματα, είτε μεσοαστικά, είτε πιο «λαϊκά», χάνουν σταδιακά τα όποια «προνόμια», πραγματικά ή φανταστικά, διέθεταν ως σήμερα και θεωρούσαν ως αυτονόητα ή ως ιστορικώς οριστικά κεκτημένα, στο μέτρο δηλαδή που φτωχοποιούνται οικονομικά και ομογενοποιούνται πολιτισμικά ως «παγκόσμιο πλήθος» ατόμων με επιμέρους βιώματα και «προσωπικές ιστορίες», συγκλίνουν συχνά στην κατασκευή νέων μειονοτικών ή «κοινωνικά διακεκριμένων» ταυτοτήτων, καθώς και στην υιοθέτηση καταναλωτικών προτύπων συμπεριφοράς που κατά την άποψή τους (έντεχνα καλλιεργημένη από το marketing) θα τους επέτρεπαν, έστω κατά φαντασίαν («ψυχολογικά») να «ελιτοποιηθούν» έστω στο πεδίο του λαιφ στάιλ. Συνεπώς, να διαφοροποιηθούν ως «διακεκριμένες μειονότητες» από τους ομοίους τους, ομοίως εν δυνάμει «διακεκριμένους» και «διαφορετικούς».

 

 

 

Όπως με το δίκιο της υπονοεί η κ. Σαρηγιαννίδη, σε αυτές λοιπόν τις συνθήκες, οποιαδήποτε συλλογικής φύσης αντίσταση στην καταθλιπτική πραγματικότητα καθίσταται δύσκολη για τα άτομα, αφού ακριβώς απουσιάζει ο συνδετικός ιστός που θα έκανε την οποία γνώμη (ή «λογική») όντως κοινή – και το αγαθό που αυτή η γνώμη καλείται να προασπιστεί, όντως δημόσιο. Άλλωστε η αποδόμηση της κοινής λογικής που συχνά συμβαδίζει με το «ο κόσμος τρελλαίνεται», συνοδεύει την αποδυνάμωση του κοινωνικού ελέγχου επί των ατομικών συμπεριφορών. Ορθώς η συγγραφέας υπενθυμίζει ότι μορφή αυτού του κοινωνικού ελέγχου ήταν και το λαϊκό χιούμορ. Παράλληλα, το ανθρώπινο άτομο, φύσει κοινωνικό, όπως όλοι υποτίθεται πως ξέρουμε, ανάγεται όλο και πιο συχνά στις βιολογικές κατ’ ουσίαν συνιστώσες του. Το κοινωνικό σκέλος της ύπαρξης οντολογικά υποβαθμίζεται σε μια «εξωτερική επιρροή» (καλή ή κακή).

 

 

 

Ο τρίτος άξονας που βέβαια συνδέεται οργανικά με τους υπόλοιπους δύο σε όλο το μήκος των ψυχοπολιτικών στοχασμών της κ. Ε.Σ., είναι θα λέγαμε εκείνος της γενικευμένης πτώχευσης, δηλαδή της κατάργησης όλων των «περι-ουσιακών αυτονόητων». Συνεπώς της πολυδιάστατης ανασφάλειας (πολιτικής, οικονομικής, ηθικής, λογικής κλπ.) που εμφανίζεται σε όλες τις γενιές και σε όλα σχεδόν τα κοινωνικά στρώματα. Λόγου χάρη, η απουσία προοπτικών ως προς την ανεύρεση μιας σταθερής θέσης εργασίας, η αναντιστοιχία σπουδών και εισοδημάτων, οι περικοπές των αμοιβών και των συντάξεων κατά βούληση της κάθε μνημονιόπληκτης κυβέρνησης, η συνείδηση των περισσότερων πλέον ανθρώπων ότι η πρόοδος και η ευημερία στα πλαίσια του διεθνοποιημένου καπιταλισμού διέρχεται από την υποταγή της κοινωνίας και της πολιτικής στην οικονομία και από την καταστροφή όσο το δυνατόν περισσότερων ιστορικών και ψυχοπολιτικών κεκτημένων. Ο πολιτισμικός εκχυδαϊσμός, η ηθική εξαγρίωση, η λατρεία της καταχρηστικής υπεραπλούστευσης των κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων κλπ. αποτελούν συνήθεις εκδηλώσεις της παραπάνω υποταγής.

 

 

 

Προέκταση αυτής της γενικευμένης πτώχευσης είναι η ανάπτυξη της μαζικής καταναλωτικής «κοινωνίας του θεάματος». Για τις απόψεις, επιστημονικές ή πολιτικές που λειτουργούν με τρόπο αιρετικό ως προς τα παραπάνω πρότυπα, δεν χρειάζεται άλλωστε πλέον μια εκ των άνω λογοκρισία. Όπως το παρατηρούσε ο Όργουελ στην «Φάρμα των Ζώων», «οι ιδέες που δεν αρέσουν στον λαό συγκαλύπτονται με ένα πέπλο σιωπής και ενοχλητικά γεγονότα μένουν στο σκοτάδι, χωρίς καν να καταστεί αναγκαία η επιβολή μιας επίσημης απαγόρευσης». Ειδικά στη νεοελληνική πραγματικότητα, αυτή η πτώχευση που επισημαίνει η κ. Σαρηγιαννίδη φαίνεται να επιβεβαιώνει τους φόβους του Κορνήλιου Καστοριάδη: «Φοβάμαι ότι η Ελλάδα έχει χάσει την οντότητά της…Αυτό που έγινε από το 1960 και ύστερα, με την συνενοχή και την υπαιτιότητα όλων των κυβερνήσεων, αλλά και του ελληνικού λαού, είναι μια καταστροφή που δεν είχε γίνει επί 3.000 χρόνια. Ακόμα και οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν αλλάξει.» (Συνέντευξη στην ελληνόφωνη εφημερίδα «Κόσμος» της Αυστραλίας, 23/08/1991).

 

 

 

Αν ένα τέτοιο πραγματικά αξιοσημείωτο βιβλίο θα βρει στην Ελλάδα τουλάχιστον, το αναγνωστικό κοινό και τη δημόσια προβολή που του αξίζει αντικειμενικά – αν δηλαδή δεν «χαθεί» ανάμεσα σε τόσες και τόσες δημοσιεύσεις «περί κοινωνικών και ψυχολογικών θεμάτων», που με συγκινητική αφέλεια αναμασούν τα ίδια και τα ίδια στερεότυπα, «πολιτικώς ορθά» ή μη, κανείς βέβαια δεν το γνωρίζει εκ των προτέρων. Το βέβαιο είναι πως η συγγραφέας δεν επιχειρεί απλώς να «επικοινωνήσει», με την αμετάβατη μορφή που έχει πάρει το ρήμα «επικοινωνώ», όπως ορθώς επισημαίνει η ίδια, αλλά να ανακοινώσει σε όλους κάτι που η ίδια με ανησυχία διαπιστώνει καθημερινά. Κάτι δηλαδή που αισθάνεται ότι πρέπει οπωσδήποτε να πει. Επειγόντως. Σε ποιους να πει; Μα φυσικά πρώτα από όλα σε εκείνους που πράγματι «ψάχνονται». Σε εκείνους που υποψιασμένοι συνήθως, αναζητούν όχι τίποτα έτοιμες λύσεις ή πολιτικά ορθές συνταγές «ψυχολογικής μαγειρικής», αλλά γόνιμους και ενδιαφέροντες προβληματισμούς σχετικούς με τα ψυχικά βιώματα, τις εμπειρίες, τα όνειρα και τους εφιάλτες τους σύγχρονου δυτικού ανθρώπου.

 

 

 

Και οι υπόλοιποι; Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί. Η συγγραφέας κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να προσελκύσει γύρω της όσο περισσότερους μπορεί από τους «υπόλοιπους». Επιλέγει λοιπόν για να εκφράσει τους προβληματισμούς της ένα ύφος σχεδόν προκλητικά απλό που χαρακτηρίζεται από την σαφήνεια. Έτσι ώστε από την μια να κρατήσει θεματικά την ένταση του ρεύματος που ενδεχομένως θα μπορούσε να «ηλεκτροδοτήσει» το ενδιαφέρον των αναγνωστών και από την άλλη να μην ρίξει νερό στον μύλο εκείνης της εσωστρεφούς, κάποιες φορές ερμητικά ακατανόητης γραφής ορισμένων κοινωνικών επιστημόνων που ενώ ισχυρίζονται ότι απευθύνονται σε ένα κοινό πλατύτερο των ειδικών, στην πραγματικότητα αυτοπεριθωριοποιούνται από τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο δημοσιοποιούν τις απόψεις τους.

 

 

 

Ας ευχηθούμε λοιπόν το μικρό αυτό διαμάντι να εκτιμηθεί όπως του αξίζει όχι μόνο από τον εκδότη του, αλλά και από το εν δυνάμει αναγνωστικό του κοινό. Ας ευχηθούμε τέλος στην ίδια την συγγραφέα να είναι το βιβλίο της καλοτάξιδο.