Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Όταν ο κυρ-Παντελής ψάχνει πολιτικά τον εαυτό του…

Της

 

Ευγενίας Σαρηγιαννίδη*  

 

  

 Παρατηρούμε καθημερινά πως ένας ιστορικός λαός μοιάζει σταδιακά να αποσυντίθεται. Όχι μόνο λόγω οικονομικής κρίσης, κατάρρευσης και φτώχειας, αλλά επίσης πολιτισμικά, ιδεολογικά, δημογραφικά, ενδεχομένως θα λέγαμε και ανθρωπολογικά, με την ευκαιρία λόγου χάρη της πρόσφατης υπερψήφισης του νομοσχεδίου για το γάμο ζευγαριών ιδίου φύλου – και κατά προέκταση, της πιθανότητας απόκτησης παιδιών.

Δεν θα αναλύσουμε βέβαια στο παρόν άρθρο τα ήδη χιλιογραμμένα περί των πολιτικών ευθυνών, των προμνημονιακών, μνημονιακών και μεταμνημονιακών κυβερνήσεων γι’ αυτή την πολύπλευρη κατάρρευση, ούτε για τη μαφιοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Δεν θα επικεντρωθούμε στις συνταγματικές εκτροπές, ούτε στη θεσμική παρακμή της δικαιοσύνης, της εκπαίδευσης ή της ενημέρωσης των πολιτών από τα καθεστωτικά ΜΜΕ. Δεν θα επισημάνουμε τους κινδύνους μιας γενικευμένης πτώχευσης, ούτε θα αναφερθούμε στη διαφθορά, στην καθημερινή εγκληματικότητα που διαρκώς επιδεινώνεται, στην ασυδοσία των ισχυρών και των κυβερνώντων ή στην ατιμωρησία των υπευθύνων για διαχρονικά εγκλήματα που άλλοτε θα είχαν οδηγήσει ίσως σε λαϊκούς ξεσηκωμούς (π.χ. Τέμπη, Μάνδρα, Μάτι).



Στον παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να επικεντρωθούμε στο φαινόμενο της διάσπασης των κοινωνικών αντιστάσεων που τείνουν να εκφράζονται από τον λεγόμενο πατριωτικό χώρο, ο οποίος προσπαθεί να δηλώσει την αντίθεσή του στην πολιτική, πολιτισμική και οικονομική παγκοσμιοποίηση των απελευθερωμένων καπιταλιστικών αγορών καθώς και στις ανάλογες ιδεολογίες και χρηστοήθειες του κοσμοπολιτισμού:
Ο μικρομεσαίος χώρος, ο χώρος δηλαδή που παραδοσιακά εξέφραζε τις λαϊκές προσδοκίες και ανησυχίες, με άλλα λόγια, τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα, τείνουν προς εξαφάνιση. Ο άλλοτε μικρομεσαίος νοικοκύρης κλείνεται στο καβούκι του. Αηδιασμένος και φοβισμένος απέχει όλο και πιο συχνά από τις πολιτικές διαδικασίες, ακόμα και από τις εκλογές, κρίνοντας ότι το παιχνίδι έχει ήδη χαθεί. Επιστρέφει λοιπόν στη μοιρολατρία ή/και στον κυνισμό ενός ηττημένου, ενός δουλικά σκεπτόμενου υπηκόου, που παρά τα ιδεολογήματα της ατομικής του χειραφέτησης και του δικαιωματισμού στα οποία του έμαθαν επιφανειακά και προσχηματικά να πιστεύει, κατά βάθος ξέρει ότι ζει σε έναν κόσμο όλο και πιο άδικο, όλο και πιο άνισο, όλο και πιο ανελεύθερο που ελέγχεται από πανίσχυρα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα και όπου η μόνη αρχή που οργανώνει την καθημερινότητα και την επιβίωση είναι «ο σώζων εαυτώ σωθήτω» και ο «καθένας για πάρτη του». Ο πρώην νοικοκύρης ψάχνει να βρει τις φθηνότερες προσφορές για τη διατροφή της οικογένειάς του και διστάζει να ανοίξει τους λογαριασμούς που κάθε μήνα ροκανίζουν τα όποια εισοδήματά του. Το μόνιμο κοινωνικό υποζύγιο που σύμφωνα με το γνωστό τραγούδι «αν ξυπνήσει θα έρθει ανάποδα ο ντουνιάς», βυθίζεται στον λήθαργο της απελπισίας του, ακόμα και όταν ψηφίζει υποτίθεται αντισυστημικά κάτι από τα λεγόμενα «άκρα». Ο κυρ Παντελής ως πολίτης είναι παντελώς αποξενωμένος από το πολιτικό σύστημα και τις εξουσίες, που στο όνομα της μεταδημοκρατίας, όχι μόνο αδιαφορούν για τη βούληση των πολλών, αλλά και βυθίζουν τον καθένα από αυτούς τους πολλούς στην μόνιμη ανασφάλεια και στην πολιτική παθητικότητα.

Υπάρχει άραγε ένας πάτος σε αυτές τις διαδικασίες της ιδιώτευσης των κυρ – Παντελήδων, που με τους νέους νόμους, αν τολμήσουν να διαμαρτυρηθούν για κάτι θα φυλακίζονται; Και πως θα μπορούσε να ξεφύγει ο «μέσος πολίτης» από το βίωμα που ο Χάξλευ είχε περιγράψει ως: «Κάποτε η τέλεια δικτατορία θα έχει την εμφάνιση της δημοκρατίας. Μια φυλακή χωρίς τοίχους στην οποία οι κρατούμενοι δεν θα ονειρεύονται να δραπετεύσουν. Ένα σύστημα δουλείας, όπου χάρη στην κατανάλωση και στη διασκέδαση, οι δούλοι θα αγαπήσουν τη δουλεία τους»;

Διότι όπως σε όλο το δυτικό κόσμο, έτσι και στην Ελλάδα το πολιτικό τοπίο μοιάζει να έχει αλλάξει ριζικά. Και οι αλλαγές αυτές θα μπορούσαν να εντοπιστούν σε τρία βασικά σημεία:

1. Τη διάσταση- ρήξη ανάμεσα στην κοινή γνώμη και τις επιλογές ή τις προτεραιότητες των πολιτικών εκπροσώπων της (οι οποίοι όπως υποτίθεται έχουν εκλεγεί μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες).
2. Τη διάσταση – ρήξη ανάμεσα στην Αριστερά και τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού.
3. Τη διάσταση- ρήξη ανάμεσα στη δημοκρατία και στον φιλελευθερισμό.

Πολλά θα μπορούσαν να γραφούν γι’ αυτά τα τρία σημεία ρήξης, αλλά ξεφεύγουν των στόχων του παρόντος άρθρου. Ίσως, όμως το πιο σημαντικό που οφείλουμε να επισημάνουμε είναι αυτό το διάχυτο κλίμα έλλειψης εμπιστοσύνης. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι σήμερα, ακόμα και όταν ψηφίζουν, που συχνά δεν ψηφίζουν, δεν πιστεύουν κανέναν, παρότι επηρεάζονται από όλους. Δεν πιστεύουν ούτε τους πολιτικούς, ούτε τα ΜΜΕ, ούτε τους διάφορους «ειδικούς και εμπειρογνώμονες», ούτε τις ελπιδοφόρες «από τα κάτω» πολιτικές πρωτοβουλίες, ούτε καν ο ένας τον άλλο, ούτε καν τον εαυτό τους όταν αυτοϋπόσχεται και τάζει αλλαγές… Όπως χαρακτηριστικά και πολύ εύστοχα έγραφε η Χάνα Άρεντ (Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, 1951): «Σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο που είχε γίνει ακατανόητος, οι μάζες είχαν φτάσει στο σημείο, όπου πίστευαν τα πάντα και τίποτα ταυτόχρονα, όπου πίστευαν ότι όλα ήταν δυνατά και τίποτα δεν ήταν αληθινό. Η μαζική προπαγάνδα ανακάλυψε ότι το κοινό της, ήταν πάντα έτοιμο να πιστέψει το χειρότερο, όσο παράλογο κι αν ήταν και ότι δεν είχε καμία πραγματική αντίρρηση να εξαπατηθεί, επειδή θεωρούσε ότι, σε κάθε περίπτωση, κάθε ισχυρισμός ήταν ψέμμα.» Λίγο πριν το θάνατό της το 1975 σε μια συνέντευξή της στον Γάλλο ακτιβιστή Ρότζερ Ερρέρα αναφέρει στην ίδια θεματική: «Αν όλοι σου λένε συνεχώς ψέμματα, η συνέπεια δεν είναι ότι εκλαμβάνεις τα ψέμματα για αλήθεια, αλλά μάλλον ότι κανείς δεν πιστεύει πλέον τίποτα.»

Μέσα λοιπόν σε αυτό το πολιτικό κλίμα της παρακμής, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς γιατί άραγε η παραδοσιακή δημοκρατική πατριωτική προοπτική έχει τόσες δυσκολίες να συγκροτηθεί πολιτικά με τη δέουσα πολιτική σοβαρότητα και να πείσει τους πολίτες;

Ίσως, επειδή οι θεσμοί της εκπαίδευσης και της ενημέρωσης βρίσκονται στα χέρια του φιλελεύθερα διεθνοποιημένου καθεστώτος πολιτικής κυριαρχίας. Ίσως επίσης επειδή οι λέξεις έχουν χάσει τα παραδοσιακά νοήματά τους, έχουν απεκδυθεί το εσωτερικό τους περιεχόμενο και έχουν απομείνει «κενά κελύφη». Αυτά τα κελύφη παραγεμίζονται σήμερα με νέα περιεχόμενα, δημιουργώντας έτσι μια γλώσσα που ακούγεται σαν την παλιά, αλλά μιλάει για άλλα πράγματα χρησιμοποιώντας παρόλα αυτά ίδιες λέξεις. Ίσως πάλι επειδή τα νέα κοινωνικά και πολιτικά νοήματα που αναδύονται στο δημόσιο λόγο κατά το διάστημα της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης δεν έχουν ακόμα εντοπίσει και καθιερώσει τις κατάλληλες λέξεις που απαιτούνται σε κάθε συν-εννόηση. Ίσως συγχρόνως επειδή βομβαρδιζόμαστε καθημερινά με νέες λέξεις, άρα με νέους τρόπους σκέψεις ενός νέου, οργουελιανού επιπέδου, λόγου που εγχαράσσει τις νέες αξίες του νέου είδους ανθρώπου που οραματίζεται να δημιουργήσει αυτό το διεθνοποιημένο καθεστώς πολιτικής κυριαρχίας. Λέξεις όπως ο «δικαιωματισμός», ο «ψευτοανθρωπισμός», ο «αντιρατσισμός», η «ομοφοβία», η «μεταδημοκρατία» κλπ.

Για να δοθεί λοιπόν μια αξιόπιστη προοπτική σύνθεσης και συμπόρευσης των κοινωνικών και πολιτικών αντιστάσεων που ευτυχώς ακόμα σε πείσμα της γενικευμένης κρίσης εξακολουθούν να υπάρχουν και σποραδικά να εκδηλώνονται, χρειάζεται σήμερα η οργάνωση ενός κινήματος δημοκρατικής εγρήγορσης, ενός κινήματος ικανού να επιβάλλει παντού, όπου είναι εφικτό, την ενιαιομετωπική ενότητα του πολυδιασπασμένου πατριωτικού χώρου.

Να υπάρξει επομένως μια πραγματικά και όχι προσχηματικά με μικροπολιτικούς και εκλογικούς όρους ενωτική πρωτοβουλία η οποία θα αφουγκράζεται την κοινωνία στην οποία απευθύνεται, χωρίς να αναιρεί αυτομάτως όλες τις ιδεολογικές περιχαρακώσεις «του παρελθόντος» λέγοντας πως πλέον «δεν υπάρχει ούτε δεξιά ούτε αριστερά», ούτε όμως να μένει εγκλωβισμένη στο αριστερό ή δεξιό καβούκι της. Αντίθετα, να επιχειρηθεί η δημιουργία μιας ενωτικής πολυσυλλεκτικής πρωτοβουλίας, εντάσσοντας μέσα της και τη δεξιά και την αριστερά, όπως κατ’ επανάληψη έχουμε προτείνει, ως φωνή βοώντως εν τη ερήμω. Αξιοποιώντας δηλαδή τα πατριωτικά και δημοκρατικά τμήματα της κοινωνίας, από όποια ιδεολογική αφετηρία και αν προέρχονται. Συνεπώς, αναγνωρίζοντας πως η διάκριση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς εξακολουθεί μεν να υπάρχει, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνοντας την ανάγκη να πάρουμε κάποια απόσταση από αυτήν.

Διότι η διάκριση αυτή ίσως έχει χάσει κάτι από την παλιά της ένταση και την εκλογική της δυναμική, αλλά δεν έχασε καθόλου τη δυνατότητά της να αποτελεί στοιχείο ταυτότητας για τα άτομα. Με άλλα λόγια, στο ατομικό πεδίο, οι άνθρωποι εξακολουθούν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως αριστερό ή δεξιό, ή έστω «προοδευτικό ή συντηρητικό». Και βλέπουμε δυστυχώς όλους όσους είτε λυμαίνονται την εξουσία, είτε βρίσκονται σε αυτήν, να αναβιώνουν, όχι τυχαία, τις ιστορικά αναχρονιστικές ιδεολογικές περιχαρακώσεις για να διχάσουν τον λαό και να υποχρεώσουν το τμήμα εκείνο που αντιδρά περισσότερο να ταξινομηθεί σε κάποιο από τα δύο άκρα, ώστε να στιγματιστεί και να εγκλωβιστεί σε αυτά. Με άλλα λόγια, η ιδεολογική διάκριση αριστεράς - δεξιάς χρησιμοποιείται από το καθεστώς και τους χρήσιμους ηλίθιους για να ταξινομήσει τους πολίτες με βάση την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου lifestyle ζωής:
- Τι θέλεις να είσαι;
- «Προοδευτικός», «μορφωμένος», «ανοιχτός στη διαφορετικότητα», «αντιρατσιστής», «δικαιωματιστής», πολιτισμένος, κοινωνικά διακεκριμένος κλπ. άνθρωπος;
- Ή μήπως θέλεις να είσαι «λαϊκιστής», «οπισθοδρομικός», «ομοφοβικός», να μοιάζεις με αγράμματο, με «θρησκόληπτο ταλιμπάν», «ρατσιστή», «ακροδεξιό», ακόμα και «φασίστα» και να λες απαρχαιωμένα πράγματα;
- Αυτά τα δύο υπάρχουν διάλεξε και πάρε!

Ο παραπάνω πανταχού παρών στις νοοτροπίες, εσωτερικευμένος, εικονικός διάλογος αποκρύπτει βεβαίως συστηματικά την κοινωνική πραγματικότητα η οποία λέει ότι: κάποιος που θεωρεί τον εαυτό του συντηρητικό και τείνει να ψηφίζει δεξιούς πολιτικούς σχηματισμούς, μπορεί στο πεδίο των νοοτροπιών του και του τρόπου ζωής του να είναι πολύ προοδευτικότερος κάποιων δήθεν αριστερών και αντιστρόφως, κάποιος που φαντάζεται ότι είναι πολύ προοδευτικός και κατά συνέπεια, τείνει να ψηφίσει προοδευτικο- αριστερούς σχηματισμούς, συχνά, στο πεδίο των αντιλήψεων και των νοοτροπιών, να είναι επί της ουσίας πολύ συντηρητικότερος πολλών άλλων συντηρητικών. Οι αριστερές του εξάρσεις αποτελούν συχνά εκδηλώσεις ενός κομφορμισμού στην κυρίαρχη «νεοφιλελεύθερα προοδευτική» ιδεολογία της εποχής.

Άρα αποκρύπτεται συστηματικά για λόγους ιδεολογικοπολιτικής προπαγάνδας ο πολιτισμικός εναγκαλισμός της πάλαι ποτέ αριστεράς με τον διεθνοποιημένο καζινοκαπιταλισμό που οδηγεί την κοινωνία σε έναν σκοταδισμό που τις μεθόδους του και τις πρακτικές του θα ζήλευε ακόμα και το πιο σκληρό κομμάτι της ιεράς εξέτασης.

*Ψυχολόγου,  MSc