Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Περί του δημογραφικού προβλήματος

 

Της 
Ευγενίας Σαρηγιαννίδη*


Το δημογραφικό πρόβλημα είναι ένα από τα ζητήματα που προσεγγίζεται συχνά (εκτός από κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις), με μισές αλήθειες, με στενά οικονομίστικους όρους, με γενικολογίες και μονομέρειες.

 



Το δημογραφικό πρόβλημα όλων των δυτικών κοινωνιών, συνεπώς και της Ελλάδας, δεν εντοπίζεται μόνο στην πληθυσμιακή αντικατάσταση των αυτοχθόνων από εισαγόμενους λαθρομετανάστες που στο όνομα του δήθεν αντιρατσισμού και του δήθεν ανθρωπισμού, βαφτίζονται συλλήβδην «κατατρεγμένοι πρόσφυγες». Εντοπίζεται πολύ περισσότερο στην υπογεννητικότητα των γυναικών του δυτικού κόσμου και ιδιαίτερα της Ευρώπης. Βεβαίως, αυτά τα δύο (η πληθυσμιακή συρρίκνωση και η πληθυσμιακή αντικατάσταση) συνδέονται άμεσα.

 



Επίσης, συνδέονται με την απόσταση που παίρνουν όλο και περισσότεροι δυτικοί άντρες από τα παραδοσιακά γονεϊκά πρότυπα και τους ρόλους του συζύγου και του πατέρα. Τα πρότυπα δηλαδή που, έστω εμμέσως, έχουν στιγματιστεί ως ξεπερασμένα και «αντιδραστικά» από τη συνηθισμένη ρητορική του νεοφεμινισμού. Από την πλευρά τους, πολλοί άντρες τείνουν με τον ένα τρόπο ή τον άλλο να υποβαθμίζουν την «αξία της επένδυσης» που συνίσταται στη δημιουργία οικογένειας και στην πρόθυμη αποδοχή των βαρών που έχει παραδοσιακά μια τέτοια κοινωνική δομή τόσο για τους άντρες, όσο βέβαια και για τις όλο και πιο δύστροπες («δύσκολες», «αντιφατικές» κλπ.) νέες γυναίκες. Απρόθυμοι λοιπόν για τέτοιες, σχετικά έστω σταθερές σχέσεις, οι άντρες. Απρόθυμες όμως και οι γυναίκες. Η νεοφεμινιστική ρητορική της ζωής «childfree» έχει πιάσει ιδεολογικά και πρακτικά τόπο, διότι αντανακλά άριστα τα μεταμοντέρνα στερεότυπα του δικαιωματισμού, της εξατομίκευσης, του καταναλωτισμού, της ατομικής χειραφέτησης από όλες τις παραδοσιακές υποχρεώσεις της ζωής των καταναλωτών στο αέναο παρόν. Της στάσης ζωής δηλαδή που υπό διάφορα προσχήματα φαίνεται να αδιαφορεί τόσο για το ιστορικό παρελθόν, όσο και για το μέλλον των κοινωνιών. Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι στο πεδίο των ταυτοποιήσεων το 40 % περίπου των νεαρών φιλελεύθερων Αμερικανίδων φαίνεται να εντάσσεται στην κοινότητα LGBT+ (The Despair of Young Liberal Women - The Survey Center on American Life).

 



Έτσι θα λέγαμε ότι πριν γίνει θέμα αριθμών ή φανεί σαν μια κάμψη της ποσότητας των γεννήσεων ή ακόμα εκτραπεί σε ανόητες και πρακτικά εκτός θέματος συζητήσεις «υπέρ ή κατά» των εκτρώσεων, το δημογραφικό αντανακλά πρώτα από όλα μια κρίση νοήματος. Είναι ένα σύμπτωμα ψυχοπολιτικής αταξίας και βαθύτατης υπαρξιακής κρίσης του παρακμάζοντος δυτικού κόσμου. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι προσπάθειες κρατικής ενίσχυσης της γεννητικότητας με οικονομικά και υλικά μέσα συνήθως δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Και δεν αποδίδουν διότι τα διάφορα επιδόματα δεν στοχεύουν, ούτε μπορούν να στοχεύσουν στο πραγματικό αξιακό κέντρο του προβλήματος. Καταλήγουν σε έναν άρρητο, προσχηματικό λόγο του κράτους και των επίσημων δημογράφων του, ο οποίος εν μέρει συσκοτίζει αντί να διαφωτίζει την ορατή κοινωνική πραγματικότητα. Άλλωστε, τα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης για μείωση της υπογεννητικότητας που εφαρμόζονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (εκτός φυσικά της Ελλάδας, που και επίσημα το κράτος, όχι μόνο δεν στηρίζει την τεκνοποίηση, αλλά την καθιστά και τεκμήριο…) αξιοποιούνται κατά βάση από τους μετανάστες και όχι τον εγχώριο πληθυσμό. Σε αυτή την λογική, η τεκνοποίηση σε ευρωπαϊκό έδαφος καθίσταται τρόπος όχι μόνο «ριζώματος», αλλά και βιοπορισμού για πολλούς μετανάστες, δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο το δημογραφικό πρόβλημα για το ντόπιο πληθυσμό, ο οποίος παρά τα όποια μέτρα οικονομικής και υλικής ενίσχυσης, δεν φαίνεται να επιθυμεί να αναπαραχθεί. Στην περίπτωση αυτή, οι ευρωπαίες γυναίκες δεν γεννούν,  ακόμα και αν το κράτος, με τις κοινωνικές του πολιτικές, υποστηρίζει την αναπαραγωγή του εγχώριου πληθυσμού. Από την άλλη μεριά, στην Ελλάδα, η ιστορική εμπειρία μέχρι τουλάχιστον το ’80, δείχνει ότι τα φτωχά (όχι άπορα, φτωχά) λαϊκά στρώματα είχαν πολλές πολύτεκνες οικογένειες και πολύ περισσότερες με δύο τουλάχιστον παιδιά: 2,1 παιδιά ανά γυναίκα σε ηλικία αναπαραγωγής είναι ας θυμηθούμε το δημογραφικό όριο που επιτρέπει την εξισορρόπηση των θανάτων και των γεννήσεων. Το όριο δηλαδή που εξασφαλίζει τη διατήρηση μιας κοινότητας που δεν επιθυμεί να ζήσει κάποια στιγμή στο μέλλον της την εμπειρία του «τελευταίου των Μοϊκανών».

 



Άλλωστε, το βλέπουμε ξεκάθαρα και σήμερα: η πληθυσμιακή αύξηση των φτωχών χωρών του λεγόμενου τρίτου κόσμου είναι εκρηκτική. Πράγμα που προφανώς συνδέεται άμεσα και με το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης νέων ανθρώπων από αυτές τις πολυάνθρωπες και ρημαγμένες τριτοκοσμικές κοινωνίες της Ασίας και της Αφρικής προς το δυτικό κόσμο. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το 2023 η Νιγηρία μόνη της είχε περισσότερες γεννήσεις από το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Αξίζει επίσης να θυμηθούμε  ότι η αποικιοκρατία που λεηλάτησε την Αφρική, άφησε παράλληλα πίσω της τους ιατρικούς μηχανισμούς και τις παραδόσεις περίθαλψης που μείωσαν κάθετα την παιδική θνησιμότητα και αύξησαν το προσδόκιμο ζωής των πληθυσμών. Σήμερα, η νεοαποικιοκρατία, με πρώτη ίσως την πρώην αποικιοκρατούμενη Κίνα, έχει βάλει για τα καλά το πόδι της στην Αφρικανική Ήπειρο. Πολύ δύσκολα οι μεταρρυθμίσεις επαναστατών ή πατριωτών ηγετών θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τις ροές της νέας Αφρικής προς το δυτικό ή δυτικοποιημένο κόσμο.

 



Παράλληλα, οι πιο εύπορες δυτικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από το φαινόμενο της πληθυσμιακής τους συρρίκνωσης. Είναι ηλίου φαεινότερον  ότι το επιχείρημα της οικονομικής στενότητας , όσο πραγματικό και σοβαρό κι αν είναι, δεν επαρκεί από μόνο του για να ερμηνεύσει την υπογεννητικότητα στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες. Λειτουργεί μάλλον σαν ένα «άλλοθι» που συχνά υποκρύπτει τις πραγματικές, ψυχοπολιτικές, αξιακές και πολιτισμικές αιτίες του φαινόμενου. Είναι το ίδιο πάνω κάτω κοινωνικό και στενά οικονομικό, μισο-ορθολογικό, εκλογικευτικό άλλοθι, που συγκαλύπτει εδώ και δεκαετίες το φαινόμενο της αστυφιλίας, πρώτα από όλα των νέων σε ηλικία γυναικών που μαζικά εγκατέλειψαν το χωριό και την ύπαιθρο, όχι μόνο για να σπουδάσουν κάτι, αλλά και για να εγκατασταθούν οριστικά στις μεγαλύτερες πόλεις. Πότε έγινε αυτό; Την στιγμή ακριβώς ιστορικά που οι επαρχίες και τα χωριά ηλεκτροδοτήθηκαν, απέκτησαν ασφαλτοστρωμένους δρόμους, τρεχούμενο νερό και τα σπίτια τηλεοράσεις. Βεβαίως, αυτό ερμηνεύεται ψυχοκοινωνιολογικά και εν μέρει δικαιολογείται (αλλά αυτό θα ήταν ένα θέμα μιας άλλης τοποθέτησης, που υπερβαίνει τους στόχους του παρόντος άρθρου).

 



Για να το πούμε αλλιώς: οι συνθήκες ζωής και η στάση των ανθρώπων απέναντι σε ζητήματα όπως η γεωγραφική εγκατάσταση ή η γονεϊκότητα δεν είναι καθόλου άσχετη με την κρίση που διέρχονται τα παραδοσιακά πολιτισμικά πρότυπα, τα ήθη και οι νοοτροπίες που καθοδηγούν και οργανώνουν  τις προτιμήσεις και τις επιλογές, τις στάσεις και τις συμπεριφορές των ατόμων. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το ντοκιμαντέρ «Sugartown» στην περιοχή της Ζαχάρως στην Ηλεία, αναφορικά με τα ζητήματα της εσωτερικής καταρχάς μετανάστευσης του γυναικείου πληθυσμού προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Προφανώς, οι  κοινωνιολογικοί, οικονομικοί, πολιτικοί, πολιτισμικοί, ανθρωπολογικοί και τεχνολογικοί παράγοντες έχουν την αναμφισβήτητη σημασία τους και οφείλουν να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από εκείνους που ασχολούνται ή τοποθετούνται δημόσια για το δημογραφικό. Η αλληλουχία τους εξηγεί άλλωστε την εγκατάλειψη όλων των ορεινών όγκων και των περιοχών της χώρας που δεν ήταν τουριστικά αξιοποιήσιμοι.

 



Όμως, κατά βάση τα φαινόμενα αυτά εξαρτώνται τόσο από την εξέλιξη των σημασιών τόσο της ιστορικής έννοιας της «ανάγκης», όσο και από τις άρρητες συνήθως, προσωπικές τρόπον τινά νοηματοδοτήσεις της «καλής ζωής». Από επιλογές δηλαδή εν μέρει τουλάχιστον ορθολογικές, ενός «στυλ ζωής» πιο άνετης και πιο «κοσμοπολίτικης» από ότι στο παρελθόν. Έτσι, για να επανέλθουμε στο ζήτημα της υπογεννητικότητας και εμμέσως στην κρίση του θεσμού της παραδοσιακής οικογένειας, θα ήταν παράλογο και ανορθόλογο να παρακάμψουμε με τις στενά οικονομίστικες ερμηνείες μας την ανωριμότητα όλο και περισσότερων νέων δυτικών ανθρώπων που δυσφορούν όταν πρέπει να αναλάβουν ευθύνες και παλιμπαιδίζουν σε κάθε ευκαιρία αναζητώντας μια «ωραία ζωή με όσο το δυνατόν λιγότερες υποχρεώσεις και κόπο». Άλλωστε, δεν θα έπρεπε να ξεχάσουμε τα καθημερινά ιδεώδη ζωής του άμεσου καταναλωτικού ευδαιμονισμού, με όσο το δυνατόν περισσότερες ανέσεις και εξωτικά ταξίδια όλο και περισσότερων δυτικών ανθρώπων. Γιατί λοιπόν άραγε να δωρίσει κανείς τη ζωή σε έναν νέο άνθρωπο, όταν το κόστος της συντήρησής του και του μεγαλώματος του ξέρει ότι θα τον εμποδίσει να «περνάει καλά»; Γιατί να μην σκεφτεί ο υποψήφιος γονέας κυνικά και ρεαλιστικά: «Τι του χρωστάω αυτού του αγέννητου ανθρώπου»;

 



Και βεβαίως, αν ένας άνθρωπος σκέπτεται έτσι, είναι έντιμο και προς τιμήν του να μην κάνει παιδιά. Και όπως χωρίς παιδιά δεν υπάρχει μέλλον, η συζήτηση στις αντικοινωνικές, παρακμάζουσες δυτικές κοινωνίες μας μετατοπίζεται: Τι ακριβώς είναι και τι ακριβώς σημαίνει αυτό το εγωκεντρικό «περνάω καλά»; 



*Ψυχολόγου ΜSc,


  © Blogger templates Newspaper by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP