Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Περί Ψυχολογίας & Παροχής Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας στην Σύγχρονη Ελλάδα

 


Της Ευγενίας Σαρηγιαννίδη 


 

            Στην καθημερινή κλινική πράξη ως ψυχολόγος, αλλά και ως μέλος αυτής της κοινωνίας έρχομαι αντιμέτωπη, όπως ενδεχομένως ερχόμαστε όλοι μας, με διάφορες κοινωνικές ιστορίες που σκιαγραφούν μια κοινωνική πραγματικότητα θραυσματικού τύπου, όπου τα άτομα (αλλά και οι συλλογικότητες), νιώθουν κατακερματισμένα, αδυνατούν να «ενώσουν τα κομμάτια τους», ώστε να δημιουργήσουν ένα αποτέλεσμα στη δική τους ζωή και των συνανθρώπων τους. Τα άτομα αυτά συχνά ταλανίζονται από διάφορες ψυχικές διαταραχές, (εντός και εκτός εισαγωγικών), βιώνουν συναισθήματα δυσφορίας, μελαγχολίας, απουσίας νοήματος, έλλειψης ικανοποίησης, έλλειψης ενδιαφέροντος κλπ. Παράλληλα, συχνά αισθάνονται ένα γνωστικό και ταυτόχρονα συναισθηματικό χάος και υπαρξιακό κενό, μοναξιά, αδυναμία στοχοθεσίας, απουσία προσανατολισμού, δυσκολία στη λήψη απόφασης. Μοιάζουν πολλές φορές να νιώθουν ή να είναι λίγο ή πολύ  «εκτός τόπου και χρόνου». Συγχρόνως, τα άτομα αυτά αποτελούν τμήματα ενός λαού που υφίσταται το ένα σοκ μετά το άλλο και βιώνουν σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο μια πολυδιάστατη κρίση. 

 



            Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε λοιπόν πως αυτές οι προσωπικές – κοινωνικές ιστορίες που φτάνουν στα γραφεία των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων συναντιούνται νοητά η μια με την άλλη, συνθέτοντας το μωσαϊκό της γέφυρας πάνω στην οποία περπατά η ιστορία του παρόντος διερχόμενη από τη νεωτερική στη λεγόμενη «μετανεωτερική» περίοδο. Οι ιστορίες αυτές μοιάζουν με θραύσματα καθημερινής πραγματικότητας που περιγράφουν με βιωματικό τρόπο τις εσωτερικές αντιφάσεις των ατόμων των οποίων οι σταθερές και  οι έως σήμερα αυτονόητες αξίες μοιάζουν να αμφισβητούνται. Των ατόμων που αισθάνονται πως η γλώσσα και τα συμβολικά οχήματα επικοινωνίας, δηλαδή οι λέξεις, μοιάζουν να απεκδύονται τα έως σήμερα γνωστά νοήματα τους και «κούφιες», να επανέρχονται είτε ως προσχήματα, είτε με νέα περιεχόμενα στο πλαίσιο μιας οργουελιανής προοπτικής της γλώσσας, όπου κάθε τι «κοινό» (μεταξύ των οποίων πρωτίστως η ίδια η κοινή λογική), μετατρέπονται σε κάτι αλλότριο και «σχετικό», καθιστώντας την στοιχειώδη επικοινωνία όλο και πιο δύσκολη με όλους τους άλλους· πρώτα απ’ όλα με τους οικείους, με τους συμπολίτες, αλλά τελικά και με τον ίδιο τον εαυτό. Πρόκειται για μια ανθρωπολογικού τύπου μετάλλαξη που τείνει στην απανθρωποποίηση του είδους. 


 


            Μέσα από αυτά τα θραύσματα καθημερινής πραγματικότητας που εκτείνονται από τις διαπροσωπικές σχέσεις, την επικοινωνία, την εκπαίδευση, την εργασία έως τις ταυτότητες, τις νοοτροπίες και τις νέες χρηστοήθειες, χαρτογραφούνται λοιπόν οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει το σύγχρονο άτομο. Εκείνες τις συνθήκες που καθορίζουν την συνείδηση, τις συμπεριφορές και τις στάσεις του. Τις συνθήκες επίσης που συνεισφέρουν καθοριστικά στη δυσφορία του και συμβάλλουν στη διαμόρφωση του αιτήματος του για ψυχολογική υποστήριξη.  



            Μέσα σε αυτό το κλίμα γενικευμένης ψυχικής δυσφορίας, αλλά συγχρόνως και ακραίας εξατομίκευσης, το νόημα της ζωής για τους περισσότερους ανθρώπους γυρνάει γύρω από το σώμα και τον εαυτό τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχολογία και η ψυχιατρική αναδεικνύονται σε «mainstream» επιστήμες, γεγονός που συμβάλλει καθοριστικά στην «μοδάτη» εμπορευματοποίηση τους.  



            Φτάνουμε λοιπόν σε μια λογική της εύκολης, γρήγορης και επιφανειακής ανακούφισης των συμπτωμάτων και οι παροχές ψυχικής υγείας διέρχονται από τις εξής Συμπληγάδες Πέτρες:  



 

A) Μια εργαλειακή,  στενά βιολογίζουσα, «νεο-θετικιστική» αντιμετώπιση των ψυχολογικών και ψυχοσωματικών προβλημάτων, η οποία υλοποιείται σχεδόν αποκλειστικά από φαρμακευτικές αγωγές. Δηλαδή ανάγονται όλα τα συμπτώματα και οι διαταραχές στη βιολογική υπόσταση του ατόμου. 



 

Β) Μια «ανάλαφρη ψυχολογία» της καθημερινής ζωής που αποσπασματικά και εξίσου εργαλειακά, αλλά αυτή τη φορά με τεχνικές «διαπροσωπικής διαχείρισης» (ευχολόγια,  φιλικές συμβουλές διατυπωμένες με επιστημονοφανή τρόπο, προσεγγίσεις τύπου human relations κλπ), επιχειρεί επιφανειακά να αντιμετωπίσει τα προβλήματα κουκουλώνοντας τα όπως όπως, με συνταγές κοινωνικής επιτυχίας και ατομικής ευημερίας. 


 


     

             Σε αυτό το δίπολο εγκλωβίζονται συχνά πρώτοι από όλους οι διάφοροι περιφερόμενοι «ειδικοί» ψυχικής υγείας.  Κατ’ επέκταση και τα άτομα που απευθύνονται για βοήθεια στους ειδικούς αυτούς.  



             Παράλληλα, ανθεί μια αγορά που απαρτίζεται από εμπόρους υπηρεσιών ψυχοσωματικής υγείας και ευεξίας, δηλαδή στην πλειοψηφία τους από κατά φαντασίαν ορθολογιστές, (αλλά και κατά φαντασίαν  μάγους) της σύγχρονης, κατά κύριο λόγω εξαμερικανισμένης μεταφυσικής. Άλλοτε με και άλλοτε, πολύ συχνά, χωρίς βασικές σπουδές στην ιατρική ή στην ψυχολογία.  


 


            Μέσα σε αυτό το τοπίο πρόχειρης εμπορευματοποίησης της ψυχικής υγείας θα πρέπει επομένως να προσθέσουμε όλους εκείνους που χωρίς βασικές σπουδές ψυχολογίας ή ιατρικής και ψυχιατρικής ειδικότητας, διατείνονται με πολλή σοβαρότητα πως παρέχουν υπηρεσίες «ψυχολογικής υποστήριξης», βασιζόμενοι σε εξειδικεύσεις και σε σεμινάρια (μεγάλης ή μικρής διάρκειας) σε διάφορα «κέντρα», όπως υποτίθεται, σε διάφορες «θεραπευτικές προσεγγίσεις». Πολλοί άλλωστε έχουν αποκτήσει  μεταπτυχιακά ή ακόμα και διδακτορικά διπλώματα από ιδιωτικά ή και δημόσια ακαδημαϊκά ιδρύματα, χωρίς παρ’ όλα αυτά να έχουν βασικές σπουδές στο αντικείμενο της Ψυχολογίας ή της Ψυχιατρικής. 


 


 

Επομένως, ας αναρωτηθούμε:  



 

Οι βασικές σπουδές είναι απαραίτητες ως προϋπόθεση για την άσκηση ενός επιστημονικού επαγγέλματος στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης επιστήμης ή όχι; 



Πόσοι θα πήγαιναν ως ασθενείς σε έναν «γιατρό» που έχει βασικές σπουδές φιλόλογου, μηχανικού, ψυχολόγου ή ανθρωπολόγου; 



 Θα μπορούσε ένας οικονομολόγος ή φιλόλογος ή νομικός ή αρχιτέκτονας να δηλώσει «Σύμβουλος Οφθαλμιατρικής Υγείας» ή «Καρδιοθεραπευτής» ή «Ειδικός Σπληνοχειρουργός» και να νομιμοποιείται να «θεραπεύει»; 


 


Πόσοι οικονομολόγοι ή αισθητικοί ή κοινωνιολόγοι έγιναν γιατροί επειδή έκαναν απλώς και μόνο κάποιο μεταπτυχιακό στην ιατρική ή κάποια ταχύρρυθμη μετεκπαίδευση σε κάποια ιατρική εξειδίκευση ή κάποια τριετή εκπαίδευση στην χειρουργική ή τη θεραπεία του καρκίνου; 


 


Όμως γιατί ένας οικονομολόγος ή φιλόλογος ή νομικός ή αρχιτέκτονας μπορεί να δηλώσει «Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας» ή «Ψυχοθεραπευτής» και να ασκεί κλινικό έργο ως «Ψυχολόγος»; 



Παρατηρούμε επομένως πως τα προβλήματα που διαπιστώνονται στην κατάσταση της ψυχικής υγείας στην σύγχρονη Ελλάδα δεν αφορούν μόνο τις κρατικές ελλείψεις, την υποχρηματοδότηση και την απαξίωση των δημοσίων υπηρεσιών ψυχικής υγείας που αποτελούν, παρά το διαρκώς αυξανόμενο αίτημα για υποστήριξη τον τελευταίο τροχό της αμάξης, αλλά συνδέεται επίσης με το ευρύτερο επιστημολογικό χάος που παρατηρείται στις κοινωνικές επιστήμες και ιδιαζόντως σε εκείνη της εντελώς ανοχύρωτης επιστήμης της ψυχολογίας. Ένα επιστημολογικό χάος που κατά την εφαρμογή της επιστήμης αυτής  στην κλινική ιδίως πράξη, δημιουργεί σύγχυση και κυρίως ασάφεια σε σχέση ακριβώς με αυτά τα πεδία εφαρμογής. Να σημειώσουμε πως κάτι τέτοιο βέβαια δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες δυτικές χώρες. 



 

   Συγχρόνως, η ψυχολογία τείνει να μετατρέπεται σε «ιδεολογική σάλτσα» και μάλιστα πολιτικώς ορθή. Μπαίνει λίγο πολύ παντού, εισαγόμενη σε όλες τις καθημερινές συζητήσεις δια της «ψυχολογιοποίησης» των πάντων. Επιστημονοφανώς εκλαϊκευόμενη στο λόγο όλων, χάνει  την «ουσία των αντικειμένων της» (το κοινωνικό, ιστορικά εγγεγραμμένο στο παρόν, ανθρώπινο άτομο) – όπως χάνει τις μεθόδους και τα επιστημονικά της ερείσματα. Μάλιστα αυτό γίνεται πιο έκδηλο όσο μετατρέπεται – όλο και πιο συχνά πλέον- σε «επάγγελμα της μόδας». Να διευκρινίσουμε πως με τον όρο «Ψυχολογιοποίηση» εννοούμε την «εγκαθίδρυση ενός ψυχολογικού ντετερμινισμού, ενός δεσμού αιτιότητας ανάμεσα σε μια κοινωνική συμπεριφορά ή μια ιδεολογική τοποθέτηση και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά που την προκάλεσαν». (Παπαστάμου Σ. Ψυχολογιοποίηση, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα: 1989, σ.19)  



      Στο όνομα λοιπόν του εκδημοκρατισμού της γνώσης, δηλαδή της εκλαΐκευσης της, αναπτύχθηκε μια αποβλακωτική επιστημονοφανής μπουρδολογία, που σε όλους σχεδόν τους τομείς (την οικονομία, την κοινωνιολογία, την ιστορία, την φιλοσοφία, την ψυχολογία ακόμα και την κοσμολογία ή την αστρονομία κλπ.), φαίνεται να συναρπάζει όλους τους αφελείς και τους ημιμαθείς που ψαρεύουν γνώσεις από εδώ και από εκεί, δηλαδή αποσπασματικές πληροφορίες και ασαφείς εννοιολογικές κατασκευές περί παντός επιστητού. Βεβαίως, να σημειώσουμε πως το διαδίκτυο διευκόλυνε ιδιαίτερα αυτή τη διαδικασία. 


 


            Φτάνοντας προς το τέλος, θα ήταν ίσως χρήσιμο να υπογραμμίσουμε ότι ο ψυχολόγος που σέβεται τον εαυτό του, την επιστήμη και το λειτούργημα του (αλλά και ο ψυχίατρος, του οποίου δεν θα πρέπει προφανώς να παραγνωρίζουμε την γόνιμη οπτική γωνία προσέγγισης των κλινικών προβλημάτων), οφείλουν μεταξύ άλλων να προσεγγίζουν το αίτημα των ατόμων για υποστήριξη μέσα από μια συνθετική, κοινωνιοκεντρική προσέγγιση των ψυχικών δυσκολιών, η οποία δίνει βάση στην κοινωνική, πολιτισμική και ιστορική εγγραφή του ατομικού συμπτώματος.  



            Με άλλα λόγια, οφείλει να μην επικεντρώνεται μόνο στο ΠΩΣ να υποστηριχθεί ψυχολογικά ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος που υποφέρει ψυχοσωματικά και ψυχικά, αλλά ν’ ασχοληθεί ταυτόχρονα με το ΓΙΑΤΊ έφτασε να υποφέρει σε τέτοιο βαθμό, από τόσο νεαρή ηλικία, τόσο συχνά και τόσο γενικευμένα.  



 Συγχρόνως ο ειδικός, ψυχίατρος ή ψυχολόγος, οφείλει στο πλαίσιο της επιστήμης που θεραπεύει να αναρωτηθεί: 



 

Πού αποσκοπεί ο εντυπωσιακός σημερινός πολλαπλασιασμός των ψυχικών διαταραχών; 



  

Ποια η σχέση της αύξησης των διαφόρων διαγνώσεων με τον εναγκαλισμό της φαρμακοβιομηχανίας με την ψυχιατρική; 



 

Γιατί τα συμπτώματα, που άλλοτε αποτελούσαν εκδηλώσεις – εκφράσεις δυσφορίας – και εντάσσονταν σε ευρύτερες διαγνωστικές κατηγορίες – τείνουν να αποτελούν στις πρόσφατες, αναθεωρημένες εκδόσεις των Διαγνωστικών Εργαλείων αυτόνομες και ανεξάρτητες διαταραχές; 



Πώς εξηγείται ο όλο και αυξανόμενος αριθμός διαγνώσεων σε παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας, πέραν από την κάπως γλυκανάλατη και προσχηματική ερμηνεία, η οποία ισχυρίζεται πως πλέον υπάρχουν οι δομές και οι ειδικοί για να διαγνώσουν αυτό που σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους υπήρχε εξίσου, αλλά παρέμενε αδιάγνωστο; 


 


Πώς ακριβώς θα μπορούσε να λειτουργήσει «ψυχοθεραπευτικά» μια κλινική παρέμβαση που αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ψυχική κατάσταση αποσπασματικά, κατακερματισμένα και εργαλειακά;  



 

Η ψυχιατρικοποίηση της καθημερινής ζωής δεν οδηγεί άραγε  σε μια τάση παθολογικοποίησης όλων των συνηθισμένων ψυχικών διακυμάνσεων του κοινωνικού ατόμου, οι οποίες συνήθως απορρέουν από (ή συνδέονται με) δυσκολίες/αλλαγές/απώλειες/ματαιώσεις/απογοητεύσεις, με τις οποίες όλα τα άτομα «κανονικά» θα έρθουν αντιμέτωπα κάποιες, (ενδεχομένως και πολλές) φορές στη ζωή τους;  



 

Ποιο είναι το διαγνωστικό όριο, πέραν από το οποίο, πραγματοποιούνται καταχρηστικές διαγνώσεις που βαφτίζουν «διαταραχές» φυσιολογικές ενδεχομένως εκφάνσεις των ατομικών συμπεριφορών;  



 

Τελικά, ποιες είναι (ή έστω, ποιες θα «έπρεπε» να είναι) οι σχέσεις της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας με τις επικρατούσες κοσμοθεωρίες και ιδεολογίες περί των σχέσεων του ατόμου με την κοινωνία;  



 

Ώστε να βάλουμε τη βάση μιας πραγματικής διεπιστημονικότητας σε θεωρητικό/επιστημονικό, αλλά και εφαρμοσμένο επαγγελματικό επίπεδο. Για να μην είναι πια η «διεπιστημονικότητα» ένα άλλοθι προχειρότητας ή ακόμα χειρότερα, μια δύσπεπτη  «σούπα λέξεων».  



 


 

Σημ. Το άρθρο αποτελεί τμήμα της εισήγησης στο Εργαστήριο για την Ψυχική Υγεία, 23/11/2025, που πραγματοποιήθηκε στην «Λεόντειο», στο πλαίσιο του 2ου  Επιστημονικού Συνεδρίου «Περί του Υπαρξιακού Προβλήματος», με θέμα: “Προκλήσεις και Αδιέξοδα της Ψυχικής Υγείας στην σύγχρονη Ελλάδα”

 

  © Blogger templates Newspaper by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP