Ευγενίας Σαρηγιαννίδη*
Ο τίτλος του άρθρου αποτελεί παράφραση του γνωστού συνθήματος «Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγομεν πέτρες», που φωτογραφήθηκε σε Κυπριακό τοίχο το 1954 από το Γιώργο Σεφέρη
Στις 17 Ιανουαρίου υπογράφτηκε η συμφωνία Mercosur, η οποία μένει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, σύμφωνα με τις εθνικές τους διαδικασίες. Είναι προφανές πως υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής και των τροφίμων στα χέρια της αντίστοιχης βιομηχανίας, της επιδίωξης της αντικατάστασης των διατροφικών πρακτικών του δυτικού κόσμου με την συστηματική εισαγωγή της εντομοφαγίας, της σφαγής των παραγωγικών ζώων και της συρρίκνωσης έως εξαφάνισης των μικρών, τοπικών, μονάδων του πρωτογενούς τομέα στα πάλαι ποτέ έθνη κράτη της Ευρώπης.
Ωστόσο, η τρέλα της φιλελεύθερης καπιταλιστικής βαρβαρότητας έχει κάνει τα πρώτα της βήματα προς αυτή την κατεύθυνση πολλές δεκαετίες πριν. Για να παραμείνουμε στην ελληνική εμπειρία ας υπενθυμίσουμε τη βαρβαρότητα της επιδότησης του πετάγματος στις χωματερές πολλών τόνων φρούτων και λαχανικών για να μην πέσουν λόγω υπερπροσφοράς οι τιμές τους. Ανεξάρτητα, βέβαια, από τις πραγματικές ανάγκες των πληθυσμών γι’ αυτά ακριβώς τα προϊόντα – ιδίως, για τα ροδάκινα και τα πορτοκάλια που σύμφωνα με τις ντιρεκτίβες της ΕΕ έπρεπε να παράγονται σε άλλες χώρες. Φτάσαμε έτσι στην απίθανη κατάσταση, για την κάλυψη των αναγκών της ελληνικής αγοράς, να εισάγουμε εκ των υστέρων τα προϊόντα που προηγουμένως είχαμε αφήσει να σαπίζουν στα δέντρα ή είχαμε θάψει στις χωματερές. Μαζί με την συστηματική, βουβή και ύπουλη καταστροφή του πρωτογενούς τομέα, διαμορφώθηκαν οι νοοτροπίες της αρπαχτής των χρημάτων που διαχειριζόντουσαν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί και της επιδότησης της τεμπελιάς. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο πρωτογενής τομέας δέχεται ακόμα ένα πλήγμα γύρω στο ’90: ο διεθνής καταμερισμός εργασίας περιθωριοποίησε την Ελλάδα ως βαμβακοπαραγωγό χώρα. Ο θεσσαλικός κάμπος υπέκυψε στη ντιρεκτίβα της εθνικά εγγυημένης ποσότητας βαμβακιού. Οι νεοφιλελεύθερες επιταγές υλοποιήθηκαν κατά γράμμα από Σημίτηδες, Μητσοτάκηδες και συν αυτώ. Κατόπιν μειώθηκε μέχρι εξαφάνισης η παραγωγή ζάχαρης. Οι αντίστοιχες καλλιέργειες τεύτλων εγκαταλείφθηκαν και η κατεργασμένη ζάχαρη άρχισε πλέον να εισάγεται από το εξωτερικό. Παράλληλα, η φορολογία αρχίζει να αντιμετωπίζει όλους τους αγρότες σαν επιχειρηματίες. Κάτω από αυτές τις πιέσεις, μαζί με τη νεοαναδυόμενη κουλτούρα της άκοπης ευημερίας, τον εξαστισμό και το lifestyle, τις σπουδές ως εργαλείο κοινωνικής αναρρίχησης που μετέτρεψε σε υπερτροφικό τον τριτογενή τομέα διοχετεύοντας την μεγαλύτερη μερίδα πτυχιοποιημένων στην παροχή υπηρεσιών, όλο και περισσότεροι μικρομεσαίοι αγρότες εγκατέλειψαν προοδευτικά τα χωριά και τα χωράφια τους.
Στο πεδίο της κτηνοτροφίας, οι γαλακτοβιομηχανίες διαμόρφωσαν τους όρους του παιχνιδιού χωρίς οι μικροί παραγωγοί να μπορούν να αντιδράσουν ή να προασπίσουν τα δικά τους συμφέροντα. Έτσι, το πάρτυ των μετέπειτα ΟΠΕΚΕΠΕ προετοιμάστηκε. Το επόμενο βήμα ήταν έτοιμο υπό το πρόσημο του «αφηγήματος της κλιματικής αλλαγής» (ισχύει, δεν ισχύει, στο παρόν μάς ενδιαφέρει πώς χρησιμοποιήθηκε και αξιοποιήθηκε πολιτικά) και των πρωτοκόλλων υγείας και δημόσιου συμφέροντος. Με πρόσχημα λοιπόν διάφορες ασθένειες, προωθήθηκε η σφαγή ολόκληρων κοπαδιών όπως των βοοειδών σε χώρες σαν τη Γαλλία, αλλά και των προβάτων στην ελληνική περίπτωση με πρόσχημα την εκρίζωση της ευλογιάς, ενώ ο εμβολιασμός απαγορεύτηκε από το Υπουργείο. Ολόκληρα κοπάδια εξολοθρεύθηκαν. Σπίτια έκλεισαν. Περιουσίες αφανίστηκαν. Άνθρωποι βρέθηκαν από την μία μέρα στην άλλη άνεργοι και μετατράπηκαν σε παρίες. Κάποιοι αυτοκτόνησαν μην μπορώντας να σηκώσουν το βάρος του εσκεμμένου αφανισμού τους.
Πιο συγκεκριμένα, οι αποφάσεις που αφορούν την εξαφάνιση των παραγωγικών ζώων (προβάτων, χοίρων, αγελάδων κλπ.) έλαβαν χώρα με υγειονομικής φύσης επιχειρήματα και πρωτόκολλα που παριστάνουν ότι προστατεύουν την υγεία των πολιτών. Έτσι, η καταστροφή της διατροφικής επάρκειας μοιάζει με μια ψυχρή διαδικασία, έναν μηχανισμό μετατροπής της συμμόρφωσης και της υπακοής σε πεπρωμένο. Η σφαγή και η καταστροφή γίνεται υπό μορφή ρουτίνας υγειονομικού τύπου για το καλό των υπηκόων και τη διατροφή του γενικού πληθυσμού της Ε.Ε. Η διαδικασία αυτή παριστάνει ότι είναι ορθολογική και έξω από συναισθηματισμούς. Διέρχεται από την απομάγευση και την αποϊεροποίηση των συνειδήσεων που αποδέχονται ως ορθολογικές όλες αυτές τις διαδικασίες. Γι’ αυτές τις συνειδήσεις δεν υπάρχει κανένα μυστήριο, κανένας συναισθηματισμός, κανένας καθαγιασμός, ούτε στη ζωή, ούτε στο θάνατο, ούτε στο γάμο, ούτε στην γέννηση, ούτε στην ονοματοδοσία των ζώων του κοπαδιού ή στην βάπτιση των ανθρώπων.
Παράλληλα, το μαφιοποιημένο υπουργείο, οι παρατρεχάμενοι και οι βαστάζοι του έκρυψαν πίσω από την απαγόρευση των μαζικών εμβολιασμών το πραγματικό μέγεθος των κοπαδιών στην Ελλάδα, το οποίο ήταν πολύ μικρότερο από αυτό που είχε δηλωθεί, έτσι ώστε οι ημέτεροι του καθεστώτος με την πλάτη που τους κάνουν οι Υπουργοί της κυβέρνησης, ν’ αρπάζουν παχυλές επιδοτήσεις για να κάνουν τα γούστα τους, ιδιαίτερα μάλιστα τα κραυγαλέα, αρχοντοχωριάτικα και επιδεικτικά, αγοράζοντας λόγου χάρη… φεράρι.
Παράλληλα, ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός επιβάλλει τους όρους ζωής, αναπαραγωγής και διατροφής του γενικού πληθυσμού (όπως αποκαλούνται οι ευρωπαίοι πολίτες). Οι πολυεθνικές εταιρείες και οι τράπεζες σε στενή συνεργασία με τις μετα-εθνικές «εθνικές κυβερνήσεις» και τα νεοφεουδαρχικά καθεστώτα πολιτικής κυριαρχίας, κατέστησαν όσους αγρότες έχουν απομείνει πλήρως εξαρτημένους από τις επιδοτήσεις και υποταγμένους στα καπρίτσια των αγορών. Κατά αυτόν τον τρόπο και πολύ συνοπτικά, η διατροφική αυτάρκεια της χώρας πήγε περίπατο. Χωρίς δουλειά, χωρίς γυναίκες σε παραγωγική ηλικία (αφού εκείνες δικαίως ή αδίκως είναι οι πρώτες που εγκατέλειψαν την ελληνική ύπαιθρο), χωρίς σχολεία (είδαμε τι έγινε με τις συγχωνεύσεις) και χωρίς καμία υποδομή γύρω από την υγεία, η ύπαιθρος ερήμωσε και τα χωριά ήδη οδηγούνται στην τρομακτική κατάσταση του φαντάσματος. Η αντικατάσταση πληθυσμών θα βρει συνεπώς γόνιμο έδαφος υλοποίησης, αφού στη θέση των αυτόχθονων πληθυσμών θα εγκατασταθούν μετανάστες [1].
Από την πλευρά των καταναλωτών, στη θέση του γνωστού κρέατος για την πρόσβαση στις απαραίτητες πρωτεΐνες προτείνεται η εντομοφαγία. Ήδη υπάρχουν τέτοιες φάρμες εκτροφής εντόμων και στην Ελλάδα. Όσοι θεωρούν ότι ο πληθυσμός της Ευρώπης δεν θα γίνει ποτέ εντομοφάγος αγνοούν προφανώς τα πειράματα κοινωνικής ψυχολογίας του Festinger για τη δημιουργία των απαραίτητων εκλογικεύσεων που κάνουν τα άτομα να αλλάζουν σε σύντομο χρονικό διάστημα νοοτροπίες και στάσεις απέναντι σε ό,τι προηγουμένως τους φαινόταν απολύτως αδιανόητο. Μεταξύ των πειραμάτων υπάρχουν εδώ και πολλές δεκαετίες εκείνα που οδηγούσαν το άτομο να φάει ακρίδες, δηλώνοντας εκ των υστέρων ότι το έπραξε με ελεύθερη βούληση, ξεφεύγοντας από τις «προκαταλήψεις» του και τα διατροφικά «στερεότυπα του παρελθόντος». Απαιτείται γι’ αυτό η εμπέδωση της «πολυπολιτισμικότητας» και η μίμηση «διακεκριμένων προτύπων» που ήδη έχει προωθηθεί στο πεδίο του lifestyle τους και στην Ελλάδα: είναι λόγου χάρη οι φυτοφάγοι, οι αθλητές υψηλού επιπέδου, καθώς και οι πληθυσμοί της Ασίας.
Κλείνοντας, μοιάζει ηλίου φαεινότερο πως χωρίς παλλαϊκή κινητοποίηση και μαζική υποστήριξη,το αγροτικό κίνημα δεν θα μπορέσει να επιτύχει τις διεκδικήσεις του. Και χωρίς πρωτογενή τομέα, χωρίς αγρότες, χωρίς κτηνοτρόφους, χωρίς αλιείς και χωρίς μελισσοκόμους δεν θα έχουμε καμία δυνατότητα έστω και υποτυπώδους αυτάρκειας. Διότι γνωρίζουμε ήδη από την αρχαιοελληνική μας παράδοση, πως χωρίς στοιχειώδη αυτάρκεια, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αυτονομία, ούτε ελευθερία. Εγκαταλείποντας το χωριό , το χώμα και τις παραγωγικές δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα, θα αφήσουμε την χώρα να μετατραπεί σε χώρο, δηλαδή σε έδαφος κάποιου οικοπέδου επί του πλανήτη, πού ιστορικά «λεγόταν Ελλάδα». Και διότι είναι προφανές πως χωρίς την εμπλοκή των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων στον αγώνα των αγροτών και των κτηνοτρόφων, ούτε ο πρωτογενής τομέας, ούτε γενικότερα ο ελληνικός λαός έχουν ελπίδα σωτηρίας.
Όμως την ώρα που το πραγματικό υπαρξιακό πρόβλημα συλλογικής και ατομικής αυτοσυντήρησης βρίσκεται μπροστά μας, την ώρα που υπονομεύεται το μέλλον συστηματικά και εγκαταλείπεται κάθε ελπίδα αξιοπρεπούς ατομικής και συλλογικής επιβίωσης, «των οικιών ημών εμπιπραμένων, ημείς άδομεν». Αναζητούμε ανάμεσα στους προσφερόμενους «σωτήρες», ποιος είναι εκείνος ο μεσσίας που μας πείθει η έστω, μας συγκινεί περισσότερο, ώστε να του αναθέσουμε την σωτηρία μας. Και αν τελικά, δεν μπορέσει να ανταποκριθεί σε όλα εκείνα για τα οποία τον εξουσιοδοτήσαμε δια της ψήφου μας, να μπορούμε εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς (λόγου χάρη από τον καναπέ και το πληκτρολόγιο μας), να «απογοητευτούμε ελεύθερα». Να τον κατηγορήσουμε άνετα ότι «πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του δείξαμε»….
Σε εκείνους λοιπόν τους πρώην πολίτες, νυν εν δυνάμει εκλογείς, πελάτες των υπηρεσιών του εκάστοτε σωτήρα, ας υπενθυμίσουμε πως το δυσοίωνο μέλλον τους βρίσκεται ήδη αποτυπωμένο στην καβαφική ποίηση:
Τελειωμένα
Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λιώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μάς απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είναι αυτός στον δρόμο˙
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους – πού πια καιρός – μας συνεπαίρνει.
(1911)
Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λιώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μάς απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είναι αυτός στον δρόμο˙
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους – πού πια καιρός – μας συνεπαίρνει.
(1911)
*Ψυχολόγου ΜSc,
Υπ. Διδάκτορος Ψυχολογίας
